ΠΟΛΥ ΤΟ ΡΙΞΑΜΕ ΣΤΟ ΛΑΜΔΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ

Πολύ το ρίξαμε στο λάμδα της Οδύσσειας κι ένα τριαντάφυλλο από απέναντι διεκδικεί τα διακαιώματά του… Στο κοινοβούλιο φυσάει ένα αεράκι από κυκλάδες βόρειες… Ένα κορίτσι με περιμένει πίσω από ένα πληκτρολόγιο που αντίς γράμματα έχει άνθη. Είναι κακό να περιμένει. Θα διαμαρτυρηθεί το πρωινό αηδόνι που την κοίμισε. Τα γιασεμιά της αυλής βαθαίνουν την πικρή τους ρίζα ν’ ανεβάσουν άρωμα… Ένας ερωτευμένος είμαι πάλι κύριε, που βγάζω νόημα κι απ’ το ασήμαντο. Ο Μάιος μόλις φάνηκε ορθοπεταλιά με το ποδήλατο. Έχει στην πλάτη χάρτινα φτερά κι είναι Αλβανός με σώμα ένδοξο… Η μέρα ακουμπάει στο λευκό τοίχο για να στηριχτεί κι ανασηκώνει το καλτσάκι της. Κορίτσι όμορφο με το φρύδι μαύρο και το στήθος άγουρο. Ανοίγω το τεφτέρι που φυλάω λέξεις τις πολύτιμες και υποδέχομαι το Μάιο γράφοντας: ευλογητικιά, παράκηπος, πλανέτο, γυροποταμιά, αχινοποδάτη, παιγνιώτης, ξωμονάστηρο, φουντάνα, ερημοτοπιές, ερωτικόβρυση, νησόπουλο, ανθόμοιος, αστροφύτευτη, ανάριμα, στεναξιά, ερημανθρωπία, αγριοκόριτσο, άκηπος, καλλίπενθος, ανεμοκαίγομαι, αλγινόεσσα, οργικό, κρημνιώτισσα, μπηχταράκι… Λουλούδια, πάρτε λουλούδια κύριε, λόγια ελληνικά… [Γιώργος Μίχος, Μικροκείμενα]



Το άλφα πράο με τα μεγάλα μάτια της αγελάδας του κόσμου που το γέννησε. Από αρχή αστέρι κι αριθμό. Ομορφιά δεν υπήρξε πριν από τη λέξη της. Ούτε αδελφός απόκρυψη κι αλάτι. Περιφέρονταν τα πράγματα λυτά που από το σκαλάκι της γλώσσας είναι αδύνατον να φανταστείς το πριν. Κάπως ν’ αρχίσει κανείς σαν το πρωτάκι που γυρίζει πρώτο μεσημέρι σπίτι του κι έχει ένα άλφα μόνο περιουσία. Άλφα ανάγνωση κι από αγάπη. Από αγάπη μόνο. Από αγάπη.

Όχι πως με ικανοποιεί αλλά να δω τη φόρμα. Βαδίζει σαν πεζό έλκεται λίγο από το θεμελιακό ρυθμό που φτιάχνει τον απηρτησμένο στίχο μου. Φράση μετρική και νόημα να συμπίπτουν αλλά εδώ έχει και μερικές ακόμη συλλαβές κάποιες φορές. Το βασικό είναι να ψαρεύεις στο μυστικό βηματισμό του αναγνώστη. Κι αυτός είναι γνωστός και πιο δραστικά επεμβαίνεις για τι είναι ασυνείδητος. Ο δεκαπεντασύλλαβος είναι. Σπασμένα οχταράκια και εφταράκια συλλαβών. Πάρε για παράδειγμα αυτό: Το έναυσμα παράλλασε μα ο κύκλος ήταν πάντα… καθαρό δεκαπέντε που αναδιατάσσεται από την ανάγνωση των υπολοίπων συλλαβών και παρατονίζεται. Το λέω στα νέα παιδιά. Ο αναγνώστης είναι ευτυχώς πολύ εγωιστής. Καταθέτεις το αίμα της καρδιάς σου και σου λέει ωραία φόρμα. Ήταν όπως τότε στις παραλίες της Κρήτης που τις μάθαινες γυμνός. Ήταν οι ντυμένοι που ντρέπονταν να σε κοιτάξουν. Σε πλαγιοκοπούσαν. Το γραπτό έχει μηχανισμό αυτοπροστασίας από το βάρβαρο. Κι έτσι γρήγορα αντιλαμβάνεσαι πως το πρόβλημα βρίσκεται αλλού… Που; Κανείς δεν ξέρει. Γράφουμε πάντα για δυο λόγους εκ των οποίων ο ένας πάντα αγνοείται. Ο Τζίμ Μόρισον ποτέ δεν τραγούδησε : Mother i want to f… όπως νόμιζαν οι χυδαίοι οπαδοί του. Άφησε μια κραυγή στα όρια του πολιτισμού που αρχίζει με την απαγόρευση της αιμομιξίας γιατί του έκαιγε το στόμα… Γιατί ήταν ο Μόρισον κι όχι το τσογλανάκι με το δίσκο του και το fuck του που στριβεί στη γωνία…

Ακόμη και ως ηθοποιός που αλλάζει κοστούμι και απέρχεται, είναι μια τέχνη το να αποχωρείς στην ώρα σου, παναπεί πριν οι άλλοι καταλάβουνε κι ακόμα εσύ πως το σκουλήκι είναι πάντα μες στο μήλο όταν μιλάμε για έργα που ’ναι ανθρώπινα… Δεν έχει θλίψη, μόνο αγάπη, δεν έχει τέλος μόνο αρχή γιατί η γραφή περνάει πάντοτε αφήνοντας μονάχα ουλές στο μάγουλο κάθε επιθυμίας. Κι ότι τελειώνει ξαναρχίζει ως την ημέρα του θανάτου σου που θα τελειωθεί, κι ίσως πιο πέρα ακόμα σε δυο χέρια άγνωστα… Σβήσαν ακόμα και τα ουρλιαχτά του Μιμητή και η διεφθαρμένη από την ομορφιά πρόθεση της Θιγμένης. Σωρεύουν τώρα κόπρο απ’ τις προθέσεις τους καθώς αργά τα δικαιώνει όλα ο χρόνος. Περνάνε οι άνθρωποι και φεύγουνε, άλλους σε ήττα τους εγείρει η γραφή και άλλοι έρχονται φύλλα χλωρά καινούριας άνοιξης. Στο αφρώδες του ωκεανού των λόγων η βεβαιότητα παίρνεται πάντοτε από χαμηλά όπου ο λόγος ξεγελάει τ’ όνομα και η σιωπή στο εύγε είναι η μοναδική απάντηση. Και προ παντός όχι αυταπάτες για τα τελικά ζητούμενα: Διότι glorioso παναπεί ο ένδοξος, κι όχι της γνώμης ο ζητιάνος.
δεν αξίωσε η ζωή να ελευθερώσουν το ένα τους.

Ο ποιητής Γιώργος Μίχος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο) διατηρεί ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά ιστολόγια [ http://giorgosmixos.blogspot.com ] και το βιβλίο του Μικροκείμενα (2007, εκδόσεις Ενδυμίων), το οποίο μπορεί κάποιος να το διαβάσει στην ιστοσελίδα http://www.scribd.com/doc/33627362/mikrokeimena-teliko , ένα από τα σημαντικότερα έργα της μετά τη μεταπολίτευση λογοτεχνίας μας.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις