ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕ ΜΕ ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ Η ΜΝΗΜΗ ΚΙ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΞΑΝΑΠΕΡΝΑ ΣΤΟ ΑΙΜΑ

Μες στα παλιά τα σώματά των τα φθαρμένα κάθονται των γερόντων οι ψυχές! Τι θλιβερές που είναι οι φτωχές και πώς βαριούνται την ζωή την άθλια πού τραβούνε. Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε οι σαστισμένες κι αντιφατικές ψυχές, που κάθονται –κωμικοτραγικές – μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα [Κ.Π. Καβάφης, Οι ψυχές των γερόντων]



ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ
Στου καφενείου του βουερού το μέσα μέρος
σκυμμένος στο τραπέζι κάθεται ένας γέρος
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμη και λόγο κι εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ, το νοιώθει, το κοιτάζει.
Κι εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα –τι τρέλα!-
την ψεύτρα που έλεγε: «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό».

Θυμάται ορμές που βάσταγε και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώση
κάθε ευκαιρία τώρα την εμπαίζει.

… Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίστηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς τη,
γυρίζοντας συχνά και εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

ΠΟΛΥ ΣΠΑΝΙΩΣ
Είν’ ένας γέροντας. Εξαντλημένος και κυρτός,
σακατεμένος απ’ τα χρόνια κι από καταχρήσεις,
σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκάκι.
Κι όμως σαν μπει στο σπίτι του να κρύψει
τα χάλια και τα γηρατειά του, μελετά
το μερτικό που έχει αυτός στα νιάτα.

Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε.
Στα μάτια των τα ζωηρά περνούν οι οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη, σφοχτοδεμένη σάρκα των,
με την δική του  έκφανση του ωραίου συγκινούνται.


Γέρασε και μυαλό δεν έβαλε: Θέλει να συλλαβίσει εκείνες τις λέξεις σαν από αυτές να κρέμεται η σωτηρία του κόσμου
Ο γεράκος κάθεται στην άκρη της γης. Έχει ακουμπήσει το αγκίστρι του στο πλάι. Δεν ψαρεύει πια. Πάει καιρός που έπαψε να νιώθει πείνα. Τελευταία φορά που λαχτάρησε, ήταν τότε που τα ψάρια ξέφευγαν. Τώρα τρέχουν να πιαστούν.
Πού και πού απλώνει το χέρι και αρπάζει έναν άνθρωπο από το βούρκο του κόσμου. Τον παρατηρεί να σπαρταρά, να μην μπορεί να αναπνεύσει έξω από το έλος, να επιμένει να επιστρέψει, τον λυπάται και τον πετά ξανά στα βρωμόνερα του παρόντος.
Ο γεράκος παίζει συχνά αυτό το παιχνίδι, γιατί έχει μία αγωνία ακόμη. Αν υπάρχει κάπου ένα παιδί που να γνωρίζει πώς να ξεφεύγει.
Ο ίδιος του δεν επιδιώκει επαφή. Οι άλλοι τον αναζητούν. Δεν τον πετυχαίνεις συχνά, μα είναι από κείνους που μετά την πρώτη γνωριμία τούς συναντάς παντού. Υπάρχουν οι άνθρωποι μέσα στα ίχνη τους. Σέρνει μοναχικά κάθε βράδυ το βήμα του έξω από τις λεωφόρους του μυαλού σου και επιμένει να σιγοτραγουδά εκείνα που θάβεις στο πίσω μέρος του κήπου σου.  Είναι ο ήρεμος κακός του παραμυθιού που δεν διαπράττει άλλο έγκλημα από το να σου θυμίζει όσα ξέχασες κι όσα αρνήθηκες. Είναι από κείνα τα δαιμόνια, που δεν πρέπει να κοιτάξεις στα μάτια, γιατί σε ανακρίνουν με αιώνια σιωπή. Καρτερικά, τόσα χρόνια, περιμένει να βγει ένας εξοργισμένος στο μπαλκόνι, να ζητήσει αιτίες. Φταίνε εκείνες οι απαντήσεις που του γρατζουνάνε το λαιμό και θέλει να τις συλλαβίσει, σαν από αυτές να κρέμεται η σωτηρία του κόσμου. 
Μα τα σπίτια πλέον δεν έχουν μπαλκόνια, οι άνθρωποι δεν εξοργίζονται πια, τα παραμύθια βρίθουν από κακούς και δεν έχουν τέλος. 
Ο Γεράκος δεν επιδιώκει επαφή. Μόνο -σαν ακούσει γέλια- υποκρίνεται πως κοιμάται, περιμένοντας ένα επίμονο παιδί να ταράξει τον ύπνο του, κλέβοντάς του όλες τις απαντήσεις
 [Κάκια Παυλίδου, reflections of feelings ]

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με, όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη, κι επιθυμία παλιά ξεναπερνά στο αίμα, όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται, κι αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι. Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα, όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται… [Κ.Π. Καβάφης]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις