ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΣΕ ΠΕΡΑΣΜΕΝΕΣ ΕΠΟΧΕΣ ΑΛΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΙ ΑΛΛΟΙ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΑΝΕ:

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.  Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο,  όταν του μιλήσαμε.  Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια. Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου. Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι. Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος; Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά; Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι. Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν. Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος. Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο. Γινόταν ήλιος. Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο. [Τάκης Σινόπουλος, Ο Καιόμενος]

«ο κόσμος στην εποχή μας, έχει γίνει παρανάλωμα του πυρός, αλλά και ταυτόχρονα θεατής που χειροκροτεί αυτή τη φωτιά, βλέποντας τηλεόραση, συμμετέχοντας, αλλά και παραμένοντας στην απομόνωσή του... Στον παρανοϊκό εφιάλτη αυτού του κόσμου, ο ποιητής, σαν ο πιο ευαίσθητος παρατηρητής του και συμμέτοχος, έχει γίνει κι αυτός κατά κάποιον τρόπο σχιζοφρενικός. Προσβλημένος από την ασθένεια της εποχής μας, είναι μια ύπαρξη διχοτομημένη, που αγωνίζεται μάταια να ξανακερδίσει τη χαμένη του ακεραιότητα» 

ΠΕΡΙ ΧΡΟΝΟΥ (Του Ν. Γ. Πεντζίκη) 
Ένα ακαθόριστο ταξίδι στην ανάμνηση
η αποκεφαλισμένη μέρα
μια χώρα μακρινή
τα μάτια που μιλούν
και του κορμιού τις αίθουσες
ο ατελείωτος καιρός
συνωστισμένος χρόνος.



ΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΔΕΝ 
Όνειρο διπλωμένο στ' όνειρο
η μέρα στάχτη η νύχτα τίποτα
η πέτρα που σκοντάφτεις και ξυπνάς
σιγά-σιγά τα βήματα σε πάνε ως τα βουνά
φεγγάρι ασύγκριτο
περνώντας των δασών τα αινίγματα
τις αίθουσες των δέντρων.
Ναι μοναξιά
κι ένα κορμί
γεμάτο με ησυχία και μηδέν.

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 
Τι μας περίσσεψε απ' το σκηνικό; Το κάθισμα και τ' άλλο
κάθισμα, η απότομη στροφή του αέρα.
Ή, ας πούμε, ο μακαρίτης ήλιος με τα τζάμια του και τα
πουλιά του.
Πως προχωρούμε και συγκατανεύουμε, ναι, θα συναντη-
θούμε κάποτε, θα σε θυμάμαι.
Ο,τι μετακινείται, ό,τι περνάει δίχως ν' ακούγεται, μόλις
ακούγεται μέσα στις λέξεις.
Μεταστροφές, επαναλήψεις, χάσματα, η παραίτηση, προ-
 πάντων η παραίτηση.
Εκείνο που έφυγε δίχως να φύγει, ο τοίχος ανασαίνει, η
πέτρα έχει σκιά, τ' αγκάθι έχει φεγγάρι,
ο φτωχός θησαυρός απροστάτευτος απ' τα δόντια του δάσους,
η μικρή ξεχασμένη κοιλάδα στη σκάφη της σιωπής, με μια
στάλα μαύρο νερό.
Τι νομίζεις λοιπόν πως μας έχει απομείνει;

ΑΝΤΙΣΤΙΞΗ 
Τα ζοφερά βιβλία όπου αρμενίζει η βλάστηση. των μαύρων αισθημάτων
δάση στοχαστικής πυκνότητας
ολάκερα βουνά
ω σκόνη κι έρημος του νου.
Έλα
το δίκαιο δόντι το αυστηρό μαχαίρι
υγεία τσουχτερή
τρομαχτικά τοπία γέννας.
Και τότε να
ποίηση θερμή πατρίδα αφανισμένη.

Τάκης Σινόπουλος αυτοβιογραφούμενος: «Τελικά με θρέψανε τρία ποτάμια. Ο Ερύμανθος (Ντουάνα), ο Λάδωνας, ο Αλφειός. Κάπου κοντά στ' Ασπρα Σπίτια και το Μπέλεσι τα ποτάμια σμίγουν, γίνονται Αλφειός που κυλάει έξω από τα Ολύμπια και παρακάτω χύνεται στη θάλασσα, κοντά στην Αγουλινίτσα - το χωριό που γεννήθηκα - το σπίτι που γεννήθηκα - η κυρία Ρούσα Βενέτα Σινοπούλου - ο καθηγητής κ. Γιώργης Σινόπουλος - τα κουνούπια της Αγουλινίτσας - το κρασί και το λάδι της Αγουλινίτσας - τα ψάρια και τα χέλια από τη λίμνη της Αγουλινίτσας - τώρα την ξέραναν, πάει κι αυτή. (...) Οσο θυμάμαι, η σιγουριά δεν ήταν μάνα μου (αυτό το κατάλαβα κάπως νωρίς) - μήτε και των γονιών μου η μάνα (πράγμα που το 'ξερα πολύ νωρίς)».

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις