«Έχω μια αγάπη εκεί, μέσα στο όνειρο», λέει και ξαναλέει παραμιλώντας ο Γραφιάς

«Η μάνα μου φοβότανε σαν έμαθα να γράφω. Μου στέλνει τον Αλάριχο και κάποιον Φαναριώτη. Ένας παπάς λίγο πιο κει σαν γάτα μαγαρίζει, τσαλαβουτάει στα ράσα του, πνίγει αλκυονίδες. Κι από κοντά, κι από κοντά, τους έχει και τους σαλαγάει καταπάνω μου σαν δόντι ένα πλάσμα. Φωνάζω: «Έλα, Ζέφυρε, εδώ κακοφορμίζω». Μα η μάνα μου φοβότανε ότι θα γίνω ποιητής. Και μου ’σπασε τα χέρια…»! (και από τότε) ένας γραφιάς, ο Γραφιάς, πηγαινοέρχεται στον κόσμο. Δουλεύει τις λέξεις του, τις βρίσκει λίγες, τις βρίσκει επαρκείς, τις συμμαζεύει. Κουβαλά πάνω τις συνήθειες των άλλων, τις δικές του, τις μεταμορφώνει. Ο Γραφιάς είναι ο γραφιάς του κόσμου, είναι και ο προσωπικός μας γραφιάς [Πάνος Σταθογιάννης, έμπειρος γραφιάς ο ίδιος, δοκιμασμένος , με λεπτοδουλεμένο λόγο και λεπτεπίλεπτο σαρκασμό, σκιαγραφεί το ρόλο, τις εσωτερικές λειτουργίες και τις εξωτερικές πράξεις όσων σήμερα γράφουν στο βιβλίο του Ο ΓΡΑΦΙΑΣ Homo scriptor, Εκδόσεις Γαβριηλίδης]


Ο Γραφιάς κοιμάται χλοερός
Υπάρχει κάποιος που κοιμάται χρόνια τώρα. Πετάνε γύρω του πουλιά. Περνούν από το στήθος του καράβια. Πάνω στα βλέφαρά του τα κλειστά στεγνώνουν πρωτοβρόχια. Όμως εκείνος δεν τους δίνει σημασία«Έχω μια αγάπη εκεί, μέσα στο όνειρο», λέει και ξαναλέει παραμιλώντας.
Διαβάτες έρχονται από μακριά και τον κοιτούν. Σηκώνουνε τους ώμους. Προσπερνάνε. Κάποιες σεμνούλες μυροφόρες τόνε νομίζουνε νεκρό. Λουλούδια φέρνουν και του ραίνουνε την κόμη. Κι ένα κορίτσι τόσο δα όταν ξυπνήσει θα τον πάρει για πατέρα. Όμως εκείνος δεν αλλάζει ούτε πλευρό. «Έχω μια αγάπη εκεί, μέσα στο όνειρο», λέει και ξαναλέει παραμιλώντας.
Θα ’ρθει καιρός που μία ετέρα –η τελική– πραγματικότητα θα επιμείνει. Θα σκύψει πάνω του κι από τον ώμο στιβαρά θα τον τραντάξει. Θα ’χει στον κόρφο της στυγνά πολλά να τον φιλέψει. Και πάνω απ’ όλα – το αναπότρεπτο της λήθης, τη σκουριά, τα πράγματα που είναι έτσι όπως είναι. Όμως εκείνος δεν θα βγει από τον ύπνο του. «Έχω μια αγάπη εκεί, μέσα στο όνειρο», λέει και ξαναλέει παραμιλώντας.

(Παρακαλώ σας, μη νομίσετε πως οι αγάπες των ονείρων είναι πρόθυμες. Κοιτούν μπροστά, κοιτούν αλλού, με βλέμμα ψύχραιμο ωσάν της σαύρας. Ενώ εκείνος θα κοιμάται αναλφάβητος στο ξύλο, χωρίς ούτε ένα όνομα να ενσαρκώνει.
Δεν πρόκειται να βγει από τον ύπνο. Ίδια ερημιά είναι κι εκεί, όμως αυτόν στο όνειρο τον έταξε η μοίρα. «Έχω μια αγάπη εκεί, μέσα στο όνειρο», λέει και ξαναλέει παραμιλώντας.)

Εμένα που με βλέπετε είμαι αυταπόδεικτος, γι’ αυτό και θα επιστρέφω πάντα. Ακόμα και τις μέρες που οι αλιφασκιές θα χαχανίζουν στον ερειπιώνα του κόσμου σας, καθάρματα. Στα βραχάκια απέναντι, θα κόβουν οι θεοί τις ανηφόρες. Με σπαθιές κατακόρυφες. Πιο ψηλά – απαρέμφατα. Κατσικοπόδαρα όλα τους. Θα τους δίνω αλάτι, θα μου γλείφουν τα δάχτυλα. Θα τα αρμέγω. Τότε το φως, α, το φως, θα μπεκρουλιάζει μονάχο του. Και στ’ αρχίδια του, ναι, στ’ αρχίδια του, που από σας – ούτε τέφρα Ιδού, λοιπόν, που ενσαρκώθηκα στο άνθος. Την κόψη ωραίας κόσας θα γλυκάνει ο οπός μου. Διάγω βίο ανερμήνευτο. Στο στήθος μου εγκαθίσταται σαν νοικοκύρης ένας ξένος. Τρατάρει δικούς του γνωστούς, αλλάζει τα σιντί, κάνει προπόσεις. Κι ως έρχεται ένας άνεμος να πυρπολήσει τις χειρονομίες μου, μία πρόθεσή μου, ευτυχώς, διαιωνίζεται. Εξέρχεται της Ιστορίας. Θωπεύει το Αμείλικτο Ζώο
με 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις