«Φριχτή παρουσία», φώναξα «Καταβρόχθισέ με ή πέθανε»

Σηκώθηκε εκείνο το απόγευμα – προχώρησε κατά την πόρτα με το πόδι στον τοίχο για να στηρίξει το τρεμάμενο σώμα του. Άφησε ένα σπαρακτικό τριγμό απ’ τον απύθμενο ουρανίσκο του κεραυνός από το πάτωμά μου ως τα ουράνια βαρύτερος από ηφαίστειο τη νύχτα στο Μεξικό. Άνοιξε την πόρτα κι είπε με τραχιά φωνή: «Όχι αυτή τη φορά, Μωρό μου – αλλά θα ξανάρθω».  Λιοντάρι που τρώει το λογικό μου δέκα χρόνια γνωρίζω μονάχα την πείνα σου Όχι την ευδαιμονία της πλήρωσης Ω βρυχηθμέ του Σύμπαντος πώς έκανα ο εκλεκτός. Σ’ αυτή τη ζωή άκουσα την επαγγελία σου είμαι έτοιμος να πεθάνω υπηρέτησα Την ακόρεστη και αρχαία Παρουσία σου Ω Κύριε περιμένω στο δωμάτιο μου στο Έλεός σου   [Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Το Λιονάρι στ’ αλήθεια από τη συλλογή ΚΑΝΤΙΣ ΚΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ]


Το λιοντάρι στ’ αλήθεια (Soyez muette pour moi, Idole contemplative… από τη συλλογή ΚΑΝΤΙΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ)
Γύρισα στο σπίτι και βρήκα ένα λιοντάρι στο λίβινγκ- ρουμ
Όρμησα έξω στη σκάλα κινδύνου στριγγλίζοντας Λιοντάρι! Λιονάρι!
Δυο στενογράφοι τράβηξαν τα μαύρα μαλλιά τους κι έκλεισαν με βρόντο το παράθυρο
Έτρεξα σπίτι στο Πάτερσον κι έμεινα δυο μέρες.

Πήρα τηλέφωνο τον τέως ψυχαναλυτή μου της σχολής του Ράιχ
μ’ είχε διώξει με τις κλωτσιές και μου ’χε κόψει τη θεραπεία επειδή κάπνιζα μαριχουάνα
«Έγινε» του ’πα με φωνή κομμένη «Ένα λιοντάρι στο δωμάτιο μου»
«Φοβούμαι πως κάθε περαιτέρω συζήτηση θα ’ταν άσκοπη» μου ’πε και βρόντηξε το τηλέφωνο.

Πήγα στον παλιό μου φίλο μεθύσαμε με το κορίτσι του
Τον φίλησα και του ανακοίνωσα πως είχα ένα λιοντάρι με μια τρελή λάμψη στα μάτια μου
Καταλήξαμε στο πάτωμα παλεύοντας του δάγκωσα το φρύδι και με πέταξε έξω
Την έπαιξα μέσα στο τζιπ που ’χε παρκαρισμένο στο δρόμο βογκώντας «Λιοντάρι»

Βρήκα το φίλο μου το Τζο το συγγραφέα και του βρυχήθηκα «Λιοντάρι»
Με κοίταξε μ’ ενδιαφέρον και μου διάβασε τα’ αυθόρμητα υπέροχα άγνοα ποιήματά του
Είχα στήσει τ’ αυτί μου για ν’ ακούσω λιοντάρια αυτό που άκουσα ήταν Ελεφάντινα Τιγρολεοντειδή  Ιππογρυπυκά Μυρμήγκια
Αλλά κατάλαβα πως μπήκε στο νόημα όταν το κάναμε στο μπάνιο της Άγνοης Σοφίας

Όμως την άλλη μέρα μου ’στειλε μια γραφή από το άντρο του στα Καπνώδη Όρη
«Σ’ αγαπώ Μπουμπούκο μου με τα τρυφερά χρυσά λιοντάρια σου
Αλλά αφού δεν υπάρχει Εγώ και Κάγκελα γι’ αυτό ο Ζωολογικός Κήπος του αγαπημένου σου πατρός Λέοντα ουκ έχει
Είπες πως η μάνα σου είναι τρελή μην περιμένεις να σου φέρω το Θηρίο για Γαμπρό».

Αναστατωμένος σαστισμένος και συνεπαρμένος συλλογίστηκα τα πραγματικά λιοντάρια που λιμοκτονούν στη βρώμα τους στο Χάρλεμ
Άνοιξα την πόρτα το δωμάτιο είχε γεμίσει με εκρηκτικά αέρια της οργής του
Μούγκρισε πεινασμένα στους σοβατισμένους τοίχους αλλά κανείς δεν μπορούσε να τ’ ακούσει έξω από το παράθυρο
Το μάτι μου μάγκωσε στην κόψη της διπλανής κόκκινης πολυκατοικίας στεκόταν σε εκκωφαντική ηρεμία
Κοιταχτήκαμε το αμείλικτο κίτρινο μάτι του στην κόκκινη αλώ της δοράς
Θυμωμένο τσιμπλιασμένο επάνω μου αλλά σταμάτησε να μουγκρίζει και μου ’δειξε ένα σκυλόδοντο αντί χαιρετισμού
Του γύρισα την πλάτη και μαγείρεψα μπρόκολα για βραδινό στη σιδερένια κουζίνα του γκαζιού
έβρασα νερό κι έκανα ένα ζεστό μπάνιο στην αρχαία μπανιέρα κάτω απ’ το νεροχύτη

Δεν μ’ έφαγε, αν και το λυπόμουνα που πέθαινε στην πείνα μπροστά μου.
Την άλλη εβδομάδα είχε πια μαραζώσει ένα άρρωστο χράμι γεμάτο κόκκαλα κίτρινες τρίχες που έπεφταν
εξαγριωμένο και κόκκινο μάτι καθώς ακουμπούσε βασανισμένο στα πόδια μου τεράστιο μαλλιαρό κεφάλι
δίπλα στην αυγοθήκη-βιβλιοθήκη τη γεμάτη με φτηνούς τόμους του Πλάτωνα και του Βούδα.

Καθόμουν στο πλευρό του κάθε νύχτα στρέφοντας τα μάτια μου μακριά από το σκοροφαγωμένο πρόσωπό του
σταμάτησα κι εγώ να τρώω εκείνο όλο κι αδυνάτιζε και μούγκριζε τη νύχτα ενώ εγώ είχα εφιάλτες
Λιοντάρι που με τρώει σε βιβλιοπωλείο στην Κοσμική Πανεπιστημιούπολη, λιοντάρι ο ίδιος που πεθαίνει στην πείνα από τον Καθηγητή Καντίσκυ, ξεψυχάω σε μια καζάρμα λιονταριών σ’ ένα τσίρκο,
ξυπνούσα τα πρωινά το λιοντάρι όλο και πέθαινε στο πάτωμα –«Φριχτή Παρουσία»! φώναξα «Καταβρόχθισέ με ή πέθανε»!

Σηκώθηκε εκείνο το απόγευμα – προχώρησε κατά την πόρτα με το πόδι στον τοίχο για να στηρίξει το τρεμάμενο σώμα του
Άφησε ένα σπαρακτικό τριγμό απ’ τον απύθμενο ουρανίσκο του
κεραυνός από το πάτωμά μου ως τα ουράνια βαρύτερος από ηφαίστειο τη νύχτα στο Μεξικό
Άνοιξε την πόρτα κι είπε με τραχιά φωνή: «Όχι αυτή τη φορά, Μωρό μου – αλλά θα ξανάρθω».

Λιοντάρι που τρώει το λογικό μου δέκα χρόνια γνωρίζω μονάχα την πείνα σου
Όχι την ευδαιμονία της πλήρωσης Ω βρυχηθμέ του Σύμπαντος πώς έκανα ο εκλεκτός
Σ’ αυτή τη ζωή άκουσα την επαγγελία σου είμαι έτοιμος να πεθάνω υπηρέτησα
Την ακόρεστη και αρχαία Παρουσία σου Ω Κύριε περιμένω στο δωμάτιο μου στο Έλεός σου

Άγια η υπερφυσική νοήμων ευγένεια της ψυχής! (γι αυτό διάβασε ολόκληρο το ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ με κλικ εδώ)

 [Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ γενννήθηκε στις 3 Ιουνίου 1926, γιος της Ναόμι Γκίνσμπεργκ, Ρωσίαδας εμιγκρέ και του Λούις Γκίνσμπεργκ, λυρικού ποιητή και δασκάλου, στο Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϋ. Στα στοιχεία αυτά ο ίδιος προσθέτει τα ακόλουθα: Γυμνάσιο στο Πάτερσον μέχρι τα 17, Κολλέγιο Κολούμπια, εμπορικό ναυτικό, Τέξας και Ντένβερ, κλητήρας σ’ εφημερίδα, αμίγκος στη φυλακή, πλύσιμο πιάτων, βιβλιοπαρουσίαση, μάρκετιν, 3 χρόνια στη Δυτική Ακτή. Μετά ταξίδι στην Αρκτική Θάλασσα, την Ταγγέρη, τη Βενετία, το Παρίσι, διάβασα ποιήματα στην Οξφόρδη, το Χάρβαρντ, το Κολούμπια, στο Σικάγο, τα παράτησα, έγραψα το Κάντις το 1959, ηχογραφήθηκα για να μείνουν όταν θα φύγω και χάθηκα για λίγο στην Ανατολή

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις