Εδώ ράμφισαν τα πουλιά σιωπές

 Εδώ ξαπόστασαν γυναίκες φορτωμένες, εδώ χαμήλωνε το σύννεφο ώσπου ακουμπούσε στις σκεπές κι αρμένιζε το κάθε σπίτι μοναχό του… Φυσάει ένας αέρας, φέρνει φωτογραφίες και τετράδια από τα κάτω χρόνια. Εδώ γελάς, εδώ σωπαίνεις, εδώ σας πήρανε με φλας φοράς το μαύρο φωτοστέφανο. Το μπλε που σε τυλίγει είναι το φως που εκτοπίζει ο θάνατος. Κανένας δεν το βλέπει κι όμως υπάρχει και πληθαίνει[Μιχάλης Γκανάς, Μαύρα Λιθάρια]



Έρχονται τα παλιά πουλιά και πέφτουν μέσα μου με ορμή. Ψηλώνω σαν τοπίο, δεν βλέπω τίποτα απ’ τη σκόνη.
Είναι όλα άσπρα κι ύστερα όλα μαύρα κι είμαι μια κουκίδα στις αστραπές των χρωμάτων τους. Με μάτια κλειστά, ανοιχτό συκώτι και βλέπω. Βλέπω το θαύμα της δημιουργίας σε μια τερατώδη αναπαράσταση. Όπου όλα πρωτόπλαστα εγκαταλείπουν τον παράδεισο κακήν κακώς. Φεύγοντας. Για λίμνες κι άγρια βουνά. Γι’ άγνωστα μέρη…
Η νύχτα γέμισε πουλιά, που κολυμπούν στο μαύρο ουρανό με κόπο. Βγαίνουνε γάτες με χτυπημένα μάτια, χτυπάνε στα τυφλά. Κάτι ανασαίνει εδώ κοντά. Το σκοτάδι ακίνητο, με όλα τα παράθυρα κλειστά. Πίσω τους γδύνονται γυναίκες. Πλαγιάζουν με περαστικούς. Ακούω τα βογγητά, ακούω τα φτηνά εσώρουχα, που σκίζονται σαν γάζες. Παλιές πληγές, παλιές μασχάλες, κορμιά που δεν τελειώνουν
Περνούν κοπάδια. Περνούν λαβωμένα αγριογούρουνα. Πέφτουν κοτσύφια από τα δένδρα. Ώρα μετά ξεσπούν οι ντουφεκιές. Ακούγονται κουδούνια και βελάσματα. Πέφτει ομίχλη σκεπάζει το βουνό. Φέγγουν στις πέτρες καλογιάννοι. Πού πας γυμνή φορώντας σπάρτα στο κεφάλι. Φέγγοντας με τα δυο βυζιά σου, φέγγοντας μες στα μαύρα ρούχα. Με το σταυρό στο στήθος, το λάδι στην ποδιά για τα καντήλια των νεκρών. Μαύρο αρνί βελάζει ανάμεσα στους θάμνους. Φαίνεται χάνεται και πιάνεις τα πατερημά. Και πού τον είδες, πού τον ήξερες τον αγωγιάτη, τι βόσκαε το μουλάρι του, ώρα πολλή, στη ρίζα της γκορτσιάς και βγήκες ιδρωμένη από το νάρθηκα, αχνίζοντας σαν συννεφάκι που το πάει ο αέρας, πού θα την κρύψεις την κοιλιά στο όργωμα, στο βοτάνισμα, στο θέρο, πού θα το πνίξεις το παιδί. (κτερίσματα από ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ του Μιχάλη Γκανά)

Πενηνταράκι φράγκο, δίφραγκο, πάνω σε κέρματα κυλάει η ζωή. Μπαχτσίσι, χαρτζιλίκι, φιλοδώρημα, γήπεδο, σινεμά, μπορντέλο και μεσοφόρι για την αδελφή [Βοηθός Γκαρσόν, από τον ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΔΕΙΠΝΟ του Μιχάλη Γκανά]

Καλό φεγγάρι λέω, χρυσό χαλίκι στο βυθό του ονείρου σου, με μάτια που πονούν απ’ την αγρύπνια, καλό φεγγάρι λέω, μα ποιος θ’ ακούσει τούτο το τραγούδι;
Καλά-καλά γιατί να τραγουδώ, μέσα στις χούφτες μου κρατώ τον άνεμο, ξέρει πολλά πανιά, ξέρει πολλά μαντίλια, δεν έχει διάφορο κανένα, αν χρειαστώ τσιγάρα, θα δανειστώ απ’ το γιατρό το φίλο μου. Οι φίλοι ξέρεις λιγοστεύουν, γίνονται δικηγόροι, γιατροί, καθηγητές, ξαφνιάζεσαι μια μέρα, αρχίζουν να μιλάνε γι’ αυτοκίνητα, ταξίδια στην Ευρώπη, αυτά δεν είναι άσχημα, μονάχα ασυνήθιστα, πρωτάκουστα. Ξαφνιάζεσαι μια μέρα, κοιτάζεις μες τα μάτια μιας γυναίκας, όποιας γυναίκας, λες σιγανά παλιούς σκοπούς, «Θα φύγω το χειμώνα γέρνοντας λίγο αριστερά, από το βάρος της αγάπης σου», θυμάσαι πόσο σου ’λειψε η δίδυμη καρδιά της, χαράζεις στίχους, λες σιγανά παλιούς σκοπούς, «Λιγνό που κυπαρίσσι, σ’ ονειρευόμουνα τρεις νύχτες», κάποτε να τα σιχαθείς ετούτα, να μη βουλιάζεις τη ζωή σου μέσα σε τόσες λεπτομέρειες. Πάλι γυρίζει το φεγγάρι, καλό το λέω και γεμάτο μνήμες, ήσυχοι νυχτωμένοι λόφοι της πατρίδας, μες στην παλάμη της βροχής στεγνές νησίδες τριζονιών, φωνές της νύχτας ως κάτω στο ποτάμι με τα πλατάνια και το νοικοκυριό των βατραχάδων. Αν κάποτε υπάρξεις καρπίζοντας τη μήτρα που σου ετοίμασα, θα ’χεις καλάμια για πολλές χαρές, θα ’χεις τα μάτια που σου τάζω και μια καρδιά που θα με πνίξει με το αίμα της.
Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει ν’ αλλάζεις το πετσί σου, γι’ αυτό του περισσεύει το φαρμάκι

[από τον ΑΚΑΘΙΣΤΟ ΔΕΙΠΝΟ του Μιχάλη Γκανά]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις