Ζούμε σ' ένα παλιό τού ήλιου χάος ή στην παλιά εξάρτηση μέρας και νύχτας

Η σφαγή των αθώων δεν παύει ποτέ… Κυριακή. Το εκκλησίασμα βγαίνει σιγά-σιγά από τον ιερό ναό… Απέναντι απ' το δρόμο πολλοί με την Αγία Γραφή στα χέρια τους. Είναι η αόριστη επιθυμία για την αλήθεια και ο μεγάλος φόβος γι' αυτήν που τους κάνει να δέονται. Κι ας οργιάζει η άνοιξη απ' έξω…. Πάνω σ' ένα χαλί μπλέκουν για να σκορπίσουν την ιερή σιγή αλλοτινής θυσίας. Βλέπουν όνειρο, και νιώθουν σκοτεινό το βάρος εκείνης της παλιάς καταστροφής, ενώ μια άπνοια σκοτεινιάζει τα νερά. Τα μυρωδάτα πορτοκάλια, τα καταπράσινα φτερά, μοιάζουν ν' ανήκουν σε παρέλαση νεκρών, διασχίζοντας το πέλαγος αθόρυβα. Η μέρα είναι σαν πέλαγος αθόρυβο, γαληνεμένο για να φτάσει με την πνοή του ονείρου πάνω από θάλασσες στη σιωπηλή την Παλαιστίνη, που είν' αίματος επικράτεια, τάφος…  [αποσπάσματα από τις ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ και το Sunday Morning που περιέχονται στη συλλογή Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ του Τσαρλς Σίμικ - Charles Simic]


Το κλαμπ Μεσάνυχτα
Είσαι ο μοναδικός ιδιοκτήτης ενός κακόφημου νάιτκλαμπ;
Είσαι ο μοναδικός του πελάτης, μοναδικός μπάρμαν,
μοναδικός σερβιτόρος γύρω απ’ τ’ άδεια τραπέζια;
Βγάζεις τις πρωινές ώρες γυμνά κορίτσια να χορεύουν
με νεκρές σταρ ασπρόμαυρων ταινιών;
Είναι το γραφείο σου πάνω στο πατάρι με φως νέον
ή κάτω στο κελάρι με τους αρουραίους;
Είναι οι σιωπηλοί σου πελάτες Ρώσοι στοχαστές με γένια;
Έχεις κάποιον θυρωρό που τον λένε Ντοστογιέφσκι;
Μήπως θα ’ρθει ο Φου Μαντσού απόψε;
Μήπως η Έμιλι Ντίκινσον;
Μήπως έτυχε να έχεις μια άφθαρτη ψυχή;
Μήπως υποπτεύεσαι ότι δεν έχεις καθόλου ψυχή;
Είναι αυτός ο λόγος που ρίχνεις τα άσπρα ζάρια
στο σκοτάδι, πολλές ώρες αφού κλείσει το μαγαζί.

ΜΑΤΙΑ ΠΙΑΣΜΕΝΑ ΜΕ ΚΑΡΦΙΤΣΕΣ
Πόσο πολύ εργάζεται ο θάνατος,
ποια μακρά μέρα προσεγγίζει
κανείς δεν ξέρει. Η μικρή
σύζυγος πάντοτε μονάχη
να σιδερώνει του θανάτου την μπουγάδα.
Οι όμορφες κόρες.
Να στρώνουν του θανάτου το βραδινό τραπέζι.
Οι γείτονες να παίζουν
πινάκλ στην πίσω αυλή.
Ή απλά να κάθονται στα σκαλοπάτια
πίνοντας μπύρα. Ο θάνατος,
στο μεταξύ, σε μια  περίεργη
γωνιά της πόλης ψάχνοντας
για έναν άνθρωπο με άσχημο βήχα.
Μα η διεύθυνσή του με κάποιον τρόπο λανθασμένη,
Που ούτε ο θάνατος δεν βγάζει άκρη
Ανάμεσα από τις κλειδωμένες πόρτες…
Κι η βροχή ν’ αρχίζει να πέφτει.
Νύχτα μακρά ανεμώδης μπρος.
Ο θάνατος δίχως μιαν εφημερίδα
Το κεφάλι του να καλύψει, ούτε
Μια δεκάρα να καλέσει αυτόν που μαραζώνει,
Που ξεντύνεται αργά, υπνωτισμένα,
Και  τεντώνεται γυμνός
Στο κρεβάτι, απ’ του θανάτου τη μεριά.


 [ΠΗΓΗ: Simic, Charles Τσαρλς Σίμικ: Από τους κορυφαίους μεταπολεμικούς αμερικανούς ποιητές, ο Τσαρλς Σίμικ γεννήθηκε στο Βελιγράδι το 1938 και σε ηλικία 16 ετών μετανάστευσε στις ΗΠΑ με την οικογένειά του. Μεγάλωσε και σπούδασε στο Σικάγο και στη Νέα Υόρκη και σήμερα ζει στο Νιου Χαμσάιρ. Για την ποίησή του έχει τιμηθεί με δύο κορυφαία βραβεία: το Πούλιτζερ (1990) και το βραβείο Γουάλας Στίβενς (2007) από την Ακαδημία Αμερικανών Ποιητών. Πρόσφατα εκδόθηκε από την Κοινωνία των «(δε)κάτων» Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, μια εκλογή από τα ποιήματά του με εισαγωγή του Στρατή Χαβιαρά, μεταφρασμένα ωραία από τον ίδιο και τον Ντίνο Σιώτη.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις