Κι οι γυναίκες λησμονήθηκαν μες τη μεγάλη λάμψη κι όπως χιόνιζε άνοιξα το Ευαγγέλιο... αλλά χιόνιζε κι εκεί



Οι νύχτες του χειμώνα μεγαλώνουν κλέβοντας τις έγνοιες της μέρας, ο Ποιητής χάνεται για μια λέξη, οι εραστές για μιαν απάντηση, οι αιχμάλωτοι απελευθερώνονται μ' ένα μονάχα πυροβολισμό το ουράνιο τόξο είναι η παράξενη αλληλογραφία ανάμεσα σε δυο καταφρονεμένους [ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ από τις ΣΚΙΕΣ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΝΑ ΦΩΤΑ της συλλογής ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΕΠΟΧΗ του Τάσου Λειβαδίτη]



ΚΕΡΔΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Τις μέρες συνήθως ονειρεύομαι ή ματαιοπονώ, αμφιβάλλω ή υποκύπτω, αλλά όταν κατέβει η νύχτα τρέχω από κήπο σε κήπο κι ακουμπώντας στο αυτί μου στις φλούδες των δένδρων, ακούω εκείνον τον αρχαίο λυγμό.

Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΣ
Ίσως όλη η ζωή μου να 'ταν αλλιώς, αλλά είχα κουράσει πολύ τους αγγέλους όταν ήμουν παιδί κι έπρεπε τώρα να μοιράζομαι τα χρυσάνθεμα με τους άλλους καταδίκους - έτσι τελικά πείστηκα να δεχτώ το δώρο της πλούσιας θείας: μια θέση στον οικογενειακό τάφο, μόνο που από τότε έγινα ανυπόμονος και φυσικά με απασχολούσαν και τα τελευταία λόγια του Ισιδώρου Ντυκάς (τα οποία δεν έμαθε ποτέ) αδελφού της θλιβερής μου νεότητας και μεγάλου ποιητή, ο οποίος λάτρευε τους παιδικούς τρόμους της νύχτας και που πεθαίνοντας δε βρήκε παρά μια απεραντοσύνη μικρή για τον ύπνο του κι αργότερα όταν μ' έδιωξαν μόλις βγήκα απ' την πόρτα βράδιαζε και φάνηκε το πρώτο αστέρι σαν ένα μικρό ρόπτρο του απείρου - το χτύπησε κι από τότε το όνειρο δεν λέει να τελειώσει.

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ
Στεκόμουν στον σιδηροδρομικό σταθμό, λίγο πιο εκεί βέβαια, στα σκοτεινά, κι ετοιμαζόμουν να συντρίψω την πρώτη αμαξοστοιχία που θα 'μπαινε, γονάτισα κι έβαλα το αυτί μου στις ράγες, πραγματικά άκουσα το θόρυβο (τι ζωή ριψοκίνδυνη!), σηκώθηκα κι ετοιμάστηκα, ο θόρυβος πλησίαζε και τότε -αλλά όχι, δεν θα πω τίποτα, είναι κι αυτό ένας τρόπος
γιατί εσείς δεν ξέρετε πως κι ο τελευταίος επαίτης (εκεί στα σκοτεινά) νιώθει να κυλάει πάνω στους ισχνούς ώμους του το άπειρο - σαν ένα ρίγος τάχα απ' τη νυχτερινή δροσιά. 

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ: ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΔΩΣΕΙ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ; (σελίδες από μια χαμένη επανάσταση που στα περιθώρια γράψαμε κι εμείς τη ζωή μας)
Ο ρόλος μου σ' αυτή την τρομερή υπόθεση, που τόση σύγχυση έμελλε να προκαλέσει, ήταν να σηκώσω το μεγάλο καθρέφτη -μυστήριο τι μπορεί να χρησιμεύσει ένας καθρέφτης σε τέτοιες στιγμές - ύστερα κάποιος θα 'δινε το σύνθημα και θ' άρχιζε η εξέγερση, αλλά ποιος θα 'δινε το σύνθημα; άλλοι έλεγαν ο φύλακας του πάρκου, άλλοι ο αντικρινός φαρμακοποιός κι άλλοι αυτός ο άγνωστος που περνούσε τ' απογεύματα με το μαύρο καπέλο, αλλά τι σημασία έχει το ποιος, άλλοι κάνουν τις εξεγέρσεις κι ας μην τους θυμάται η Ιστορία -αλλά και ποιο θα ήταν το σύνθημα; άλλοι επέμεναν στη λέξη ΧΙΜΑΙΡΑ, άλλοι στη λέξη ΑΘΩΟΣ, πολλοί έδειχναν το μεγάλο εκκρεμές της πόλης που είχε από χρόνια σταματήσει, αν έμπαινε άξαφνα μπροστά αυτό θα ήταν το σημάδι, άλλοι πάλι κάθονταν στα καφενεία κι ισχυρίζονταν πως θα τους ειδοποιήσουν εν καιρώ,
κι εσείς, θεία Ελβίρα, με ξεχάσατε, μ' αφήσατε δίχως δώρο αυτά τα Χριστούγεννα, βέβαια είσαστε πεθαμένη, αλλά ένα μικρό δώρο τι ψυχή έχει, θυμόσαστε, αλήθεια, θεία, που παίζαμε μες τη μεγάλη σάλα ¨λύκε, λύκε, είσαι εδώ;"
αχ, δεν έχουμε τίποτα δικό μας και θα φύγουμε γρήγορα.

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ: (ω μεγάλη ακατανόητη εποχή, που άξαφνα ο ένας καταλαβαίνει τον άλλον...)
Έτσι από όνειρο σε όνειρο έφτασα κάποτε στη ζωή μου. Κουβαλούσα τα χειρόγραφα μιας μεγάλης εποχής, πήγαινα να τα θάψω στον Ειρηνικό. Τώρα με μια παλιά ρομβία προσπαθώ να ξαναφέρω πίσω τα χρόνια, αλλά δυσκολεύομαι και προσθέτω και λίγο αλκοόλ, μια γυναίκα θηλάζει το μωρό της μες στο γαλάζιο απόβραδο -κάποτε θα σκοτωθώ και θ' ακουστεί ο θείος λόγος 
[ΣΚΙΕΣ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΝΑ ΦΩΤΑ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις