Οι λέξεις είναι βδέλλες που μου πιπιλάνε το μυαλό, η ποίηση είναι η στάχτη που με βοηθάει να τις ξεκολλάω

Σκύψε-σκύψε πάνω από βιβλία η ψυχή μου έχει λιώσει στους αγκώνες… Τα πολλά τα λόγια τα βαριέμαι μα και τα λίγα επίσης ακόμα και τα ελάχιστα ναι και όχι με κουράζουν. Προτιμώ με το κεφάλι μου να νεύω πάνω κάτω ηχεί τουλάχιστον ωραία σαν κουδουνίστρα! Κι έχω έναν τέτοιο πονοκέφαλο απόψε που μόνο η σελήνη αν ήταν ασπιρίνη θα μ’ ανακούφιζε… Αν δεν είχα τούτα τα λεξοσκούληκια -τις αντιφάσεις- πώς θα μπορούσα να ψαρεύω μέσα στην ψυχή μου, αν δεν είχα τη λέξη σκύλος πώς θα 'μουν αφέντης του σκύλου μου… Οι λέξεις/ σκέψεις/ αντιφάσεις είναι σκαλοπάτια που οδηγούν από το σκοτεινό υπόγειο στο φως. Πριν όμως τους εμπιστευθείς το βάρος σου, πρέπει να δοκιμάσεις αν μπορούν να το σηκώσουν. Αλλιώς αν είναι σάπια ή φαγωμένα, σε ξαναστέλνουν κουτρουβάλα στο σκοτάδι…   [24 καρφιά για μαλακά κρεβάτια από τα ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ του Αργύρη Χιόνη]

Η ζωή έχει τους κανόνες της, ο πόλεμος τα κανόνια του, όλα κανονίζονται: όλη τη νύχτα με το ξυράφι έκοβε το λαιμό του, δεν κατάφερε να κόψει εκείνη την κραυγή


ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΑΡΦΙΑ ΓΙΑ ΜΑΛΑΚΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ
Οι άνθρωποι το πιο συχνά δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους. Τα δίνουν —τάχα χαιρετώντας— σ’ άλλους  Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες ή —το χειρότερο— τα ρίχνουνε στις τσέπες τους και τα ξεχνούνε.Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα, ένα σωρό ποιήματα άγραφα
                   -Ι-
Ο καθένας χωριστά ένας κόκκος άμμου
Όλοι μαζί κινούμενη άμμος
Όπου βουλιάζει πνίγεται η ελπίδα
Ποιος να τη βοηθήσει ποιος να την τραβήξει
Μόνη της πιάνεται από τα μαλλιά της
Πασχίζοντας να δικαιολογήσει τ’ όνομά της
                   -ΙΙ-
Ο καθένας χωριστά ένας μια βίδα ένα γρανάζι
Όλοι μαζί έν’ άσκοπο ρολόι
Για να βλέπει την ώρα ο καθένας
                   -V-
Ακέφαλοι μας συμβουλεύουν
Κουλοί μας δείχνουν
Κουτσοί μας οδηγούν
Εμείς δεμένοι
Πρόθυμα ακολουθούμε
                   -VΙΙ-
Διανύουμε την εποχή της ερήμου
Ο μεγαλύτερος ποιητής της
Αυτός που θα την τραγουδήσει πιο σωστά
Θα ’ναι μουγκός.
                   -VΙΙ-
Η ποίηση είναι ελεημοσύνη στην παλάμη ενός κουλού κόσμου.
                   -IX-
Μια τρύπια τσέπη η ψυχή σας
Όλο για χαμένα αισθήματα μιλάτε
                   -XΙ-
Τα χαμόγελά σας με τρομάζουν
Μου θυμίζουν πόσο κοφτερά είναι τα δόντια σας
                   -XΙΙ-
Το αίμα σας χρωματιστό νερό
Το δέρμα σας μια πλαστική σακούλα
Το πνεύμα σας κοπανιστός αέρας
Μέσα σας ένα μηχανάκι κουρδισμένο επιμένει
Είμαστε άνθρωποι είμαστε άνθρωποι
                   -XΙΙΙ-
Φωτογραφικές μηχανές είσαστε
Θάλαμος σκοτεινός τα μέσα σας
Όπου προβάλλεται ανάποδα ο κόσμος
                   -XΙV-
Είσαστε το παραβάν του εαυτού σας
Πίσω σας γυμνή συμβαίνει η ζωή σας
[από ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ του Αργύρη Χιόνη, 1983]

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΝΟΣ ΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ
Ήπιε τέσσερα διπλά και ξεροσφύρι

Στο δεύτερο μια γλυκιά μελαγχολία
Κατέλαβε τις πατούσες του
Στο τρίτο η μελαγχολία πολιόρκησε
Τα γόνατά του
Στο τέταρτο η καρδιά του εκποθήθηκε

Σηκώθηκε και βγήκε απ’ το μπαρ
Έξω χιόνιζε ερημιά
Αν κλάψω σκέφτηκε τα δάκρυά μου
Θα λιώσουν όλο αυτό το χιόνι
Οι λάσπες όμως θα ’ναι ανυπόφορες
Κρατήθηκε.

Στο δωμάτιό του οι τοίχοι κάτασπροι γυμνοί
Δεν τόλμησε να βγάλει το παλτό του
Έτσι όπως ήτανε ντυμένος
Πήρ’ ένα κόκκινο μολύβι κι άρχισε
Να ζωγραφίζει πάνω τους
Έναν ήλιο ένα πεύκο
Μια θάλασσα και μια γυναίκα
Που δεν έμοιαζε και πολύ με γυναίκα
Αλλά ήταν
Καλύτερη από το τίποτα
[από τα ανεξάρτητα ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ του Αργύρη Χιόνη, 1983]

ΟΝΕΙΡΟ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
Είδε πως τον είχε χωνέψει μες στη μήτρα της
Ζεστά και σκοτεινά εκεί μέσα και του άρεσε
Κουλουριασμένος το κεφάλι ανάμεσα στα σκέλια
Ένα ηλικιωμένο έμβρυο και δεν ήθελε
Να το κουνήσει από κει αλλά ένιωθε
Πως κάτι τον αρνιότανε τον έδιωχνε
Τον έσπρωχνε τον κύλαγε σαν μπάλα προς το φως
Που τον περίμενε έξω εκδικητικό γαυγίζοντας
«Νόμιζες πως θα μου ξεφύγεις, ε;
Εγώ θα γίνω ο τάφος σου!»

Άνοιξε τα μάτια και είδε ότι πράγματι
Ήταν θαμμένος μες το φως πολύ φως
Στοιβαγμένο εκεί πάνω στο γυμνό κορμί του
Άνοιξε τα μάτια κι είδε τον ομφάλιο λώρο του
Κομμένο αλλά λυτό να στάζει παράπονο
 [από τα ανεξάρτητα ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ του Αργύρη Χιόνη, 1983]


Το χαρτί άσπρο σαν χιόνι, οι λέξεις το κοιτούν διστακτικές

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις