Χαράματα ξεκίναγε η πείνα για το κυνήγι του αβέβαιου ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ στίχου…



… Άκου οι λέξεις σωπαίνουν παλίρροιες Ρέμβης (επιδείνωση άστατου Ποιήματος πίσω απ’ το δάχτυλο Επιούσιας Ομοιοκαταληξίας):  Ένας τυφλός που έχει πέσει έξω στον υπολογισμό των βημάτων του  κι αντί να κρούει τη θύρα,  κρούει παρακείμενους του Παράδεισου στίχους (προς τούτο
κλικ στην εικόνα και τις λέξεις του Ποιήματος όπου τα δεις)


Λεζάντα: Αιωνιότητα είναι μια φωτεινή στιγμή ονείρων… Γι’ αυτό πίστευε στη μεγάλη δύναμη της φαντασίας που μπορεί να βρει μέσα στις λέξεις έναν παράδεισο

Σ’ ένα σπίτι έρημο κι ερειπωμένο, ζούσε μια χοντρή βαριά σιωπή, τόσο βαριά που ’χε βουλιάξει όλα τα πατώματα
και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες…

(Αυτή η σιωπή…)
ερωτεύτηκε τον κηπουρό των άστρων και δεν μπορεί να ζήσει πια χωρίς αυτόν. Μαζί του όμως να σμίξει δεν είναι δυνατόν. Στη γη ξαπλώνει, παραδίνεται ανάσκελα στη γύρη των ουράνιων λουλουδιών. Και ξαφνικά, μια μέρα, η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μην σας φαίνεται παράξενο…
Ό έρωτας τα πάντα κατορθώνει και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο-λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο.
(Αργύρης Χιόνης, Τότε που η Σιωπή τραγούδησε κι άλλα ασήμαντα περιστατικά)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις