Ελάτε λέξεις και κουρνιάστε σαν πουλιά σ' αυτούς τους στίχους

Αυτοί οι στίχοι τείχη ενάντια στις ορδές βάρβαρων ήχων...  Άπτερες λέξεις σαν μαδημένα πουλιά σέρνονται χάμω. Άγουρο ακόμα κόπηκε το ποίημα, τώρα σαπίζει. Αυτός ο έρωτας στο ποίημα δεν χωράει, το περιέχει. Μη με λυπάσαι, ποίηση, πάρε το φως μου, φτάνει να λάμψεις... Θεέ μου, τι αόρατο ναυάγιο που είναι η έρημη ζωή; Θλιμμένο χέρι, μέσα στην τσέπη κρύβεις τη μοναξιά σου... Πέφτει το βράδυ, λουφάζουν στη μονιά τους όλα τ' αγρίμια. Πάψε κι εσύ ψυχή μου τη σελήνη ν' αλυχτάς!  Αυτό το δένδρο από χέρι θεϊκό ζωγραφισμένο. τα φύλλα του θροΐζουνε στο άγγιγμα του ανέμου. Με κέρινα φτερά απ' το λαβύρινθό μου τις νύχτες βγαίνω. Η παγερή σελήνη τα μάγια μου δεν λύνει... Ω, πώς θαμπώνουν ξεχασμένα τα κορμιά, χωρίς αγάπη! Σαν άτριφτα ασημικά, αχάιδευτα θαμπώνουν.  Πηλός ο άνθρωπος και πλάστης και αλί του αν δεν το ξέρει και προσφέρει άλλο χέρι να πλάσει τη μορφή του. Ψυχή, δεν έχεις άλλο καταφύγιο στον κόσμο τούτο, μονάχα αυτούς τους τοίχους, αυτούς τους πέντε στίχους. [κτερίσματα στίχων από την ενότητα ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΧΑΪΚΟΥ ΚΑΙ ΤΑΝΚΑ της συλλογής Ο ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΔΡΟΜΕΑΣ 1996 του Αργύρη Χιόνη]


Περί Ποιήσεως ορισμοί Αργύρη Χιόνη από τη συλλογή ΕΣΩΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1991 (υπάρχουν λέξεις που μοιάζουν πιο πολύ με τη σιωπή παρά με λέξεις)
Η Ποίηση με οδηγεί όπως ο σκύλος τον τυφλό: βρίσκει για μένανε το δρόμο που, όμως, δεν οδηγεί ποτέ στο σπίτι.
Η θλίψη αυτή γεννά ένα Ποίημα. Το ποίημα αυτό γεννά μια θλίψη που γεννά ένα ποίημα που γεννά μια θλίψη... Έξω από αυτόν τον φαύλο κύκλο, υπάρχει μια χαρά που δεν γεννά τίποτα και τίποτα δεν την γεννά, μια μεγάλη, αυθύπαρκτη, στείρα χαρά.
Γράφω τα ποιήματά μου με τον ίδιο τρόπο που στρώνει το κρεβάτι του ο μελλοθάνατος λίγο πριν από την εκτέλεση, μεθοδικά και τακτικά, φροντίζοντας σχολαστικά την κάθε λεπτομέρεια, την ίδια τρέφοντας μ' αυτόν φρούδη ελπίδα ότι, αν δείξω επιμέλεια, θα μου δοθεί, την τελευταία στιγμή, η χάρη.
Κοντή κουβέρτα η Ποίηση και, κάθε που την τραβάς για να φυλάξεις το κεφάλι σου από τους εφιάλτες του άλλου κόσμου, στην παγωνιά αυτού του κόσμου τα πόδια σου αφύλακτα αφήνεις.
Δουλεύοντας ένα ποίημα, του περισσεύουνε, συχνά, λέξεις, φράσεις και στίχοι, μικρά ρετάλια, αποκόμματα που, ωστόσο, δεν του πάει να τα πετάξει. Και έχει δίκιο, γιατί, κάποτε, αυτά τα άχρηστα, παράταιρα κομμάτια συνθέτουν, ξαφνικά και ως δια μαγείας, ποιήματα μιας τέλειας αρμονίας.
Τα ποιήματα είναι τοπία ή αποσπάσματα τοπίων, όπως αυτά που βλέπεις από το παράθυρο υπερταχείας: στιγμιαίες ξαφνικές εικόνες που προς εσένα έρχονται ή φεύγουν από σένα, ανάλογα με το αν κοιτάς κατάφατσα τον προορισμό σου ή αν την πλάτη σου του έχεις στραμμένη.
Εγώ δεν γράφω ποιήματα, την ποίηση απλώς ανακαλύπτω, θαμμένη κάτω από αλλεπάλληλα στρώματα λέξεων, απλώς αποκαλύπτω το γυμνό κορμί της.
Μ' αυτό που δεν λέει, με αυτό που σκόπιμα ή εν αγνοία του αποσιωπά, μ' αυτό που ούτε καν υπονοείται από τα λόγια του, μ' αυτό μας πείθει ο ποιητής.

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από ποιήματα του Αργύρη Χιόνη που περιέχονται στις ενότητες ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ  και ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ από τις ποιητικές συλλογές ΕΣΩΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1991 και ο ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΔΡΟΜΕΑΣ 1996 αντίστοιχα - και για την αντιγραφή και την επικόλληση Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις