Εκτός από μονόλογος ο έρωτάς σου και ωτακουστής έπεσε από το φορτηγό και άνοιξε όπως κιβώτιο



Για το όνειρό σου που μαχαιρώσανε στο υπογάστριο ρωτώ, για την πληγή μας που έγινε ακατοίκητη και για τα άλλα που αποσιωπήθηκαν στο σύννεφο των λέξεων ρωτώ, ρωτώ το μαύρο, το κίτρινο, το χρυσαφί μην είναι αυτά που θάψαμε το μόνο μου φωνήεν, μην είναι το τελευταίο μου φυσίγγι η πλεξούδα απ' τα μαλλιά σου, σε μια ριξιά στο ζάρι τα 'παιξα όλα, πες για το τίποτα, στο έτσι, ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη, ίσα να δω που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο γίνεται χειροβομβίδα, επειδή το μισό κορμί σου μια οργιά φυτίλι όλο τρίβεται πάνω μου και δεν λέει ν' ανάψει... Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου. Μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του σε Δέλτα ομοιοκατάληκτα, παρίστανε την Αποθέωση αδειάζοντας τις τσέπες μας από εχθρό και ψίχουλα! Τυμπανιστή, η αιωνιότητα σέρνει πάλι το ξυλένιο της ποδάρι, κρότος εδώ ξέρα τριγύρω πέλαγο στεγνό κι ο ουρανός άδειο κασόνι από ρέγγες;  [Τοπίο με αποσιωπητικά φωνήεντα Έκτορα Κακναβάτου από την ΟΔΟ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΩΝ]

 
Τέτοιο σκυλί που ήμουνα και λυσσασμένος δέθηκα χαμηλά σε κεφαλαίο Ταφ, συνέχεια μου ρίχνανε απ' τα μπαλκόνια τους με γκλοπ με φόλα μ' ό,τι να 'ταν, λίγο πιο ύστερα με θέλανε πάλι ηλεκτρολόγο τους, τσέπες γεμάτες κατσαβίδια καλώδια πρίζες, βερνίκι τα μαλλιά, χωρίστρα ωραίος, η αγωνία τους έκανε πεζοδρόμιο, μου κολλούσε τρις την ώρα, δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγω, μόνον ο Πολύφημος Αναστάσης, , σε εποχές Βαρβάρων, γυάλιζε πού και που τα ομοιοκατάληκτα εκπτώσεων και το δέρμα τους ζητώντας το δίκιο τους και τα σκυλιά του...
Λες να σε πιστέψω που δεν έμεινε ούτε αχός οστράκου εντός μου σε τούτο το ποτέ ανάμεσα και στ' άλλο πια χαμένος... Δείξε λέει θέληση καλή και πίστη. Άκου, εγώ που έλιωσα με τα κεριά στις αγρυπνίες που δέθηκα με βρικόλακες, τα συνδικάτα τους κι όλα τους τα καμώματα των αγανακτισμένων για το που έβαψα με το δικό μου θαλασσί το σπίτι μου, τα ψυχοφθόρα γύρω μας πεπόνια και τα οχτακύλινδρα στιβάλια μας της ανηφόρας (α δε σε πνίξω μες στο σύμβολο, τι αρχιπέλαγος, να μη με πουν μονοδιάστατο συνάλλαγμα)....
Γέμισε ο τόπος Θερμοπύλες Θεσπιείς, απέναντι με τα ταμπούρλα τους οι Μήδοι, άχρονα θεωρήματα κυκλώσανε τους λόχους μας, ποταμός αόμματος έριξε το σπίτι, περνάει, παίρνει εμένα κι εσένα κοφτερή προκήρυξη που σήκωσες οδοφράγματα...
Πιασμένοι οι δυο μας χέρι-χέρι τρελοί με τα φωνήεντα των Ελλήνων δεν περνούνε οι φασίστες...
Τη διάβαση με κόκκινο. Ούρλιαζαν που πήγαινες να βρεις το πρόσωπό σου...  Ήτανε λέει της γραφής που κατάματα σε κοίταζε το φίδι ή που το ταβάνι πήρε να πέφτει καταπάνω σου. Ο τόπος ηλεκτραρνητικός με υπογένειο γέμιζε σκουριά συφοριασμένες λέξεις, ο Θουκυδίδης άσαρκος όπως η μετάληψη περιστρεφότανε με τ' άλλα τιμαλφή ως άτρακτος ή ως φέγγος των αλόγων, το γεγονός θεωρήθηκε ηλιοστάσιον... Τρεις η ώρα του μεσονυχτιού σταματήσανε όλα... Τότες δείχνοντας κατά τα Ζαγόρια ξέσπασες σε λυγμούς...     
[ανάκατοι στίχοι από τα ποιήματα του Έκτορα Κακναβάτου: ΔΕΚΑΕΦΤΑ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΕΣ, ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΦΛΥΚΤΑΙΝΕΣ, ΑΝΑΡΡΙΧΗΣΗ ΑΡΒΑΝΙΤΙΑΣ, ΑΙΜΟΛΥΣΗ και ΤΟ ΑΛΦΑ ΩΣ ΤΥΡΑΝΝΟΚΤΟΝΟΣ, που περιέχονται στη συλλογή ΟΔΟΣ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΩΝ]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις