Ωραία που το διάβασες το ποίημα με προσοχή και αστική συγκίνηση…

… έλα, λοιπόν να κάνουμε την έξοδο: το Μεσολόγγι είναι δήμος της καρδιάς… Μ’ εκείνο, όμως, το παλιό κουσούρι μου της Άνοιξης ακόμα δεν ξεμπέρδεψα κι αφήνω να μου βόσκουν το λαιμό κάτι σημάδια κόκκινα –δεν είναι φευ από φιλιά… τη λένε πνιγμοσύνη τη λεγάμενη αλλά δεν είναι η Ποίηση που βάζει τη θηλιά… Γιατί η Ποίηση –ψιτ μεγάλε- δεν είναι αιώρα ρεμβασμών, δεν είναι το φτερωτό σου κατοικίδιο… Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι να το υποδύεσαι και στη χάση του –δεν θα στο κάνω πιο λιανά – Αν το νοείς αυτό έχει καλώς, αλλιώς…-ψιτ μεγάλε- Ε ρε Μαγιακόφκσι που σου χρειάζεται… Τι άλλο να σου πω; Εχθές το βράδυ στο μετρό αγγίζονταν χιλιάδες σώματα κι ούτε ένα τσαφ για τα προσχήματα ούτε ένα τόσο δα ηλεκτρόνιο, κάτι να ανατριχιάσει τα χαμένα βλέμματα μήπως και δούμε την Ιθάκη ολόγυμνη κάτω από τα ταγιέρ και τα πουκάμισα… [κτερίσματα στίχων από ποιητικές συλλογές του Γιάννη Στίγκα: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ )

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ.
Μονίμως ονειρεύομαι
μια ανηφόρα που θα βγάζει ολόισια στα σπλάχνα σου
να μπαίνω και ν’ αλλάζω τους αλγόριθμους
έτσι που η καρδιά
να ξεκουφαίνει ενδελεχώς την νόηση
Αγχειβατείν – Pallasck
που λέγαν κι παππούδες μου
(πατώντας με τα πόδια τους τον μούστο)
υπονοώντας σκοτεινά

Αίμα που’ χει το μέλλον μας
και πως να το χορέψεις

Ίσως
εάν ερχόταν σήμερα ένας άνθρωπος
μονάχα με το τυπικό προσόν της εποχής
αυτή τη γεύση πρόχειρου γκρεμού
-ξέρετε-
ένας απ’ τους χιλιάδες παραγιούς του πανικού
όπως τους έραβε ο Θεός
ξέχασε μια βελόνη μες τα στήθια τους
εάν ερχότανε
και κοίταζε
από  το μάτι  της  βελόνας  που  σας  έλεγα
θα του στοιχειώναν όλα τα φωνήεντα
Θα του πατούσε το μυαλό ένα τραύλισμα
τ-τ-τ-τ-τ…τ-τ-τ-τώρα π-π-π-π-π…π-π-π-που
ζ-ζ-ζ-ζ-ζ-ζ….ζ-ζ-ζ-ζ-ζορίσανε τ-τ-τ-τ-τα-τα-τα-τα
π-π-π-ππ-πρα-πρα….π-π-πράγματα ν-ν-ν-νο-νο…
νο-νο-νομίζεις π-π-π-π….π-π-π-πως το-το-το-το…
το-το-το-το…το φ-φ-φ-φ-φ….φ-φ-φ-φ-φω-φω-φως
κ-κ-κ-κ-κ-κ…κ-κ-κ-κα….κ-κ-κ-κκ-κκ-κ-κ………..
κ-κ-κ-κα-κα-καταλαβαίνει;

Δεν έχω φυσικά καμιάν απάντηση
σηκώνω το λοιπόν στους ώμους μου όπως όλοι σας
μ’ εκείνο το παλιό
κουσούρι μου της Άνοιξης
ακόμα δεν ξεμπέρδεψα
κι αφήνω να μου βόσκουν το λαιμό
κάτι σημάδια κόκκινα
δεν είναι φευ από φιλιά
την λένε πνιγμοσύνη τη λεγάμενη
αλλά δεν είναι η ποίηση που βάζει τη θηλιά
αλλά
κλωτσάει το σκαμνί

Εάν ερχόταν ένας άνθρωπος σήμερα μονάχα με αυτή τη γεύση πρόχειρου γκρεμού, ένας απ’ τους χιλιάδες παραγιούς του πανικού που, όπως τους έραβε ο Θεός ξέχασε μια βελόνη μες στα στήθια τους, εάν ερχότανε και κοίταζε από αυτό το μάτι της βελόνας, θα του στοίχειωναν όλα τα φωνήεντα, θα του πατούσε το μυαλό ένα τραύλισμα «αγάπη», «αγάπη» και θα του επέστρεφε ο αντίλαλος αιμόφυρτος… [κτερίσματα στίχων από ποιητικές συλλογές του Γιάννη Στίγκα)  

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό τι σημαίνει Ποίηση για να βρω…

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις