Να ψάχνεις να βρεις μια λέξη με ψεύτικα υπονοούμενα από την κόλαση του «εάν» και του «θα»…

Να κινείσαι σε γραμμές, σε περιθώρια, σε γραμματοκιβώτια με ανεπίδοτη αλληλογραφία σε θαλάμους ηλεκτροσόκ με παιδικά σκίτσα στους τοίχους. Στο τέλος ν’ αναγνωρίζεις μια τύψη, μιαν έξη σε σώματα που ξεχάστηκαν στο χρόνο, σε πρόσωπα στον καθρέφτη που υπήρξαν μόνο οπτασίες στη συνάντηση των επτά ή των οκτώ στο λιμάνι της Όστιας ή στο σταθμό της Κορίνθου[κτερίσματα στίχων από τη συλλογή ΒΙΒΛΙΟ 1 ΟΙ ΛΑΜΠΕΣ του Γιώργου Χρονά, Εκδόσεις Εγνατία, σειρά ΤΡΑΜ Θεσσαλονίκη 1979]


Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΩΝ ΚΑΤΟΠΤΡΩΝ
Στο τέλος προτίμησε ν’ αυτοκτονήσει όπως εκείνες οι ηρωίδες του Χάξλεϋ –κοιμήθηκε γυμνή μπροστά σ’ ένα ανοιγμένο παράθυρο. Έτσι όταν ξύπνησε την άλλη μέρα το πρωί σε μια πλάγια στάση ώστε να μη βλέπει τον ουρανό καθαρό πάνω της είπε μ’ εκείνες τις φωνές των ταχυδακτυλουργών
Απόψε ταξίδεψα πολύ εντός μου εκείνα τα αβέβαια ταξίδια που είναι ταξίδια γιατί δεν ξέρεις πού πας, τι θέλεις, τι ζητάς στις πλατείες νύχτα δίχως ένδυμα και σεντόνι μπροστά στα δημόσια σχολεία της χαμένης επαρχίας και εγώ απόψε είμαι η βροχή, η χολέρα, το έλκος του δωδεκαδακτύλου
Απόψε η βροχή με ανάγκασε να σκεπαστώ στο δρόμο με τα δένδρα που δεν έμαθα ποτέ πώς τα λένε –κανένας από τους φίλους μου δεν ήταν τίποτε περισσότερο από γκαρσόνι ή στρατιώτης- και δεν έχω αιδοίο και δεν έχω στήθος και δεν έχω αφή
Όμως είμαι απέραντα ευτυχισμένη –εντοιχισμένη όπως ταξιδεύω με το τρένο για τη Λάρισα και ποια μουσική θα με υιοθετήσει και ποιο ποτάμι θα με ρίξει στη θάλασσα και ποια θάλασσα θα με πνίξει και ποια ψάρια χωρίς κόκαλα θα με φάνε έτσι όπως απόμεινα με τα χειρόκτια στα χέρια και κείνο το τσιμέντο που κάθεται απαλά στα μάρμαρα του νεροχύτη σαν βγαίνει με σιωπή νεκροταφείου από τα φουγάρα πρωί-βράδυ στην Ελευσίνα και ρίχνω σκόνες, ρίχνω βιτριόλι βρίζοντας τα δημοσιευμένα κέρδη χρήσεως του εργοδότη σου μπροστά στα πλαστικά παράθυρα της γειτονιάς και  κ. Μ μου έχετε πάρει το σίδερο και κ. Δ μου έχετε πάρει τα παιδιά και Θεέ μου έχω μείνει δίχως κάλτσες.
Δεν θυμάμαι αλλά και δεν θέλω να θυμάμαι όλα εκείνα που ξέχασα πριν να υπάρξουν έστω σαν ατελή ταξίδια ημιτελή και βυθισμένα μέσα σε νησιά υπό το έδαφος σαν πετρελαιοπηγή ή χρυσορυχείο της Μαύρης Ηπείρου με Ελβετούς επιχειρηματίες και σήμερα γιορτάζουμε τη νίκη των λευκών και σήμερα έχουμε πένθος για τη δολοφονία του Λουλούμπα
Όμως παρ’ όλα τα διόδια καθώς ταξιδεύω στη Γ’ θέση δίπλα στα αποχωρητήρια και το Ευβοϊκό Πέλαγος με το τρένο για τη Λάρισα σκέφτομαι εκείνη την κάμαρα πάνω από τ’ αρχαία μάρμαρα τις νύχτες όταν έβγαινα με τι πιζάμες του δολοφονημένου εξαδέλφου μου και σας έβλεπα όλους
Δεν είναι το ταξίδι που διαρκεί όσο η ιδέα για το ταξίδι και το ταξίδι μέσα στο ίδιο το ταξίδι
Κι όταν φτάσεις οι τόποι να ’χουν πεθάνει στο πρόσωπό του
Κηρύσσω την επανάσταση κατά του εαυτού μου
I am a man
Γυναίκα α: Εγώ είμαι ευτυχισμένη με τον άνδρα μου
Γυναίκα β: Επίσης
Δημοσιογράφος: Εσείς τι λέτε;
Άνδρας α: Δεν ξέρω, δεν ξέρω αυτά είναι των γυναικών
Άνδρας β: Επίσης
Κηρύσσω την επανάσταση κατά των αδένων μου. I am a man

Για τα καράβια που δεν έφυγαν απ’ τα λιμάνια, για τα τραίνα που έμεινα βουβά στους σταθμούς, για τα παιδιά που το καλοκαίρι τα βρήκε γυμνά, σκότωσε ο Ορέστης την μάνα του την Κλυταιμνήστρα

Ζει
-Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;
Ρώτησε η γοργόνα τον ναύτη
Κι εκείνος που ’δενε τα σχοινιά ψηλά
στα κατάρτια
φώναξε:
-ΖΕΙ!!!
Ζούσε δε ζούσε, δεν ήξερε
Μα ήταν ναύτης μόνος στη θάλασσα
και τα σχοινιά ήταν γεμάτα αλάτι
και φυσούσε πολύ.

Τελικά μπορεί και να μην είχε κατέβει ποτέ από κανένα τρένο και να ’ταν πριν από μένα μέρες εκεί να περιμένει κάποιον κανέναν ή τίποτα. 

Μπορεί κα να ’ταν ένα βαλσαμωμένο πουλί στην οδό Πειραιώς ή ένα απολιθωμένο ελάφι πάνω στους βράχους – τούτοι οι θάνατοι είναι ζωγραφισμένοι μέσα μας δίχως φτερά, δίχως μουσική, δίχως εισόδους και εξόδους έτσι μένουν θάνατοι σε όλους τους καιρούς κάτω στο χώμα στη γη.
Τελικά μπορεί και να μην ήμουν εγώ αλλά ένας άλλος που είχε φτάσει πριν από μέρες στο σταθμό κάτω από το σταματημένο ρολόι περιμένοντας μέσα στο απόγευμα της Κυριακής μια συνάντηση. Μπορεί και να ’μουν η προδομένη διαδήλωση, ο λιποτάκτης, η είσοδος του νικημένου μέσα από το πορτραίτο της υστεροφημίας του, η πρέζα.
Εκείνο το απόγευμα βρήκαμε το πρόσωπό μας. Δεν ήμασταν πια εμείς. Είμαστε ωραίοι τότε. Κάτι το σπάνιο.

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από ποιήματα του Γιώργου Χρονά από τη συλλογή ΒΙΒΛΙΟ 1 ΟΙ ΛΑΜΠΕΣ, εκδόσεις Εγνατία, σειρά ΤΡΑΜ Θεσσαλονίκη 1979 - για την αντιγραφή και την επικόλληση Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος
με 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις