Τοποθέτησε με στην πιο ζηλευτή σου στιγμή σ’ εκείνη που δεν υπήρξαμε ποτέ

Ωστόσο, αναρωτήθηκες ποτέ για τις μεταμεσονύχτιες γραφές που συμβαίνουν, για τον όμορφο ήχο που αυτές συνθέτουν, το άκουσμα εκείνο που παράγει το μολύβι στο χαρτί πριν προφτάσει το καλωσόρισμα της αναμενόμενης αυγής που εκλιπαρούν τα πουλιά και οι άνθρωποι αναμένουν. Έχεις ακούσει τον ήχο ετούτο, το φρέσκο ξύσμα του μολυβιού που λέει για την συνομιλία τους, τι υπέροχη ερωτική συνεύρεση που έχουν! Σκλάβοι μοναχά είναι στο μοναδικό μέσο το οποίο είμαι εγώ και δεν τους αφήνω χρόνο να ολοκληρωθούν… Είμαι εγώ! η χάραξη των λόγων, η παρεμβολή στα υπέροχά τους τροπάρια [Ειρήνη Βακαλοπούλου, Νυχτερινές Γραφές]



ΑΝΗΛΙΚΙΩΣΗ

Σου 'κλεισα τα μάτια με το φθαρμένο μαντίλι
Το 'χα από παιδί στην τσέπη
Είχε το χρώμα του τριαντάφυλλου
Μύριζε γλυκιά μαστίχα
Πίσω στο κεφάλι σου το 'δεσα
Κι όπως το καστανό σου χρώμα ακούμπησε το ύφασμα
Θύμισες κορίτσι.
Σβούρες γύρω από τον εαυτό σου σ' έφερνα
Σου άνοιγα τα χέρια- σε στροβίλιζα όλο και πιο πολύ
Μέχρι που το χαμόγελο σου σταμάτησε
Να υφαίνει στα χείλη
Μέχρι που παχιά δάκρυα μούσκεψαν το παλιό υφάδι.
Το 'βγαλες από τα μάτια -ήταν θολά κι αγνώριστα-
Άνοιξες την πόρτα του σπιτιού
Περπάτησες με τη ζαλάδα στα πόδια
Και το χέρι κόντρα στον ήλιο.
Ξυπόλυτη περνούσες πάνω από το λευκό μάρμαρο
Κάθε σου βήμα άφηνε πίσω κατακόκκινα ρόδια.
Γέμισε η είσοδος -κόντεψαν να με πνίξουν-
Ρόδια παντού
Κι ένας πυρετός σε πήρε μακριά.
Έφυγες σαν τους ανθρώπους που παιδιά δεν ξαναγίνονται.

ΑΣΥΝΟΡΑ ΜΑΤΙΑ
Ασύνορα μάτια
γκρεμό να βρω
να πέσω
-μ’αφήνεις;

ξέχειλο το τέρμα
αγκάθια
πρoσέφερες
λουλούδια
με είδες
κρασί ν’αρμέγω
θα με φιλήσεις;

σύννεφα ποιήματα
οργωμένες οι λέξεις
και χωράφια
ξαπλώνω
αλλού από εκεί
που θέλησα
να τρέξω
ήρθες

ασύνορα μάτια
ποιές σκέψεις
πουλιά
δεν σας πιάνω
δυο, τρεις οι κουβέντες
με ιδωμένα τα χέρια
ματώσατε.

HAPINESS
Πως κατάφερες σ’ ένα βράδυ
Και μου ‘δειξες τις ομορφιές του κόσμου;
Χόρτασα.
Εκπληρώθηκε ο έρωτας
Με βραδινά τραγούδια γέμισε η καρδιά
Γλυκό το αίμα ρέει στις φλέβες.
Και τώρα, πως θα συνεχίσω;
Ούτε μια λύπη δεν άφησες να με κρατάει ζωντανή.
Τρίλεπτο
Μάζεψα δυο τρία πράγματα
Τα εδεσα με σχοινί
Παιδικά όνειρα ήταν
Το έκοψα.
Βρέθηκα κάτω από τα σκεπάσματα
Σ’ έναν υπέροχο οργασμό

ΒΑΛΣ
Πού’ ναι τα χεράκια που ανέθρεψαν τις λέξεις;
Δίχως εσένα, το ταλέντο θα έμενε μισό.
Τι να σου πω
Πως στενεύουν οι μέρες στα δωμάτια των ανθρώπων;
Το δικό μου το έχω ήδη καταπιεί
Άστεγος ζω, ευτυχισμένος.
Τα βράδια, βλέπω τους σημαδεμένους ουρανούς
Και κλαίω απο λατρεία.
Κάθισε μαζί μου, δε θα σε κοιτάζω
Δεν σ’ έχω δει ποτέ άλλωστε
Μόνο την καθαρότητά σου
Το στίγμα της.
Μια μικρή σελήνη έχω στο στόμα
Ναρκωτικό κάτω απ’ τη γλώσσα
Σάλιο με σάλιο στο δίνω, γλείψτο.
Kι έπειτα, πως ο κόσμος θ’ αντέξει
Το βάρος του ασυνειδήτου μας;

Τοποθέτησέ με στην πιο ζηλευτή σου στιγμή σ’ εκείνη που δεν υπήρξαμε ποτέ
Χορεύαμε το ροκ εντ ρολ στα γυμνά πατώματα
Μοιραζόμασταν το ίδιο πιρούνι
Είχες φαβορίτες, φορούσα μπλουτζίν,
Παιδιά μασούσαμε την άμμο τα καλοκαίρια
Το βρεγμένο ψωμί έκοβες και μου 'δινες
Είχες πληγές στα γόνατα, είχα μαλλιά αγοριού
Τοποθέτησέ με εσύ όπου θες
Μονάχα κάν' το, ο χρόνος να μη μας προφταίνει.

Άνω Πόλη
 φύσηξαν τα πουλιά
στο φωτεινό σου
μπαλκόνι.
Tα σφυρίγματα
της ένωσης
έγιναν φωνές
παλιές
και χτύπησαν
στα κεραμίδια
των χαμηλόσπιτων

παρέα
με τα μάτια
άσαρκος
ο χρόνος
όπως εσύ

ο λόγος που
δεν κατάφερες
να με φιλήσεις


ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΦΑΝΗΣ ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΔΟΘΗΚΕ, ΕΝΑ ΔΕΡΜΑ ΠΑΡΘΕΝΟ, ΜΙΑ ΚΑΘΑΡΙΑ ΑΝΑΠΝΟΗ ΔΙΧΩΣ ΦΟΒΟ:
Η όμορφη άνοιξη έξω από το παράθυρο έλεγε τις ιστορίες της για την αναγέννηση των ανθρώπων και των συναισθημάτων τους· και μαζί με τα κελαηδίσματα και τις λουλουδένιες μυρωδιές, ένα κρυφό αεράκι χόρεψε κάτω από τις γυμνές γάμπες της κοπέλας.
 «Και όταν οι άνθρωποι πεθάνουν, οι πληγές που δημιούργησαν σ’ αυτούς που αγάπησαν τι γίνονται;» είπε το κορίτσι. Δεν ήξερε τι να απαντήσει, τι να έλεγε τώρα πια που η αναπνοή του είχε βαρύνει και που το στόμα του έμενε ανοιχτό δίχως να βγαίνει μιλιά.
Ο Θάνατος απέναντί του, στην ξύλινη πολυθρόνα, προβληματισμένος, τον κοίταζε περιμένοντας και αυτός μιαν απάντηση. Ανασήκωσε το μπορντό βελούδινο μανίκι του και κοίταξε την ώρα. Μάλλον τις παίρνουν μαζί τους στο ταξίδι, λυτρώνοντας τον πονεμένο· ίσως όμως και να τις αφήνουν πίσω σ’ αυτόν, σαν ένδειξη αγάπης και μη λησμόνησης αυτού που φεύγει. Σκέφτηκε. Έπειτα, κούνησε το κεφάλι δίχως να έχει σιγουρευτεί για το τι πράγματι μπορεί να συμβαίνει.
Το κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά και τα υγρά μάτια, ξαναρώτησε με την αγωνία στη φωνή, σφίγγοντας το χέρι του εξασθενημένου άνδρα:
«Αν πεθάνεις, τι θ’ απογίνουν οι πληγές μου;»
Ο άνδρας έριξε βαρύ το βλέμμα του στον Θάνατο, έπειτα το σήκωσε ψηλά, παρακαλώντας για μιαν απάντηση· μέχρι που η απελπισία της ματιάς του έμεινε γυάλινη και στάθηκε να κοιτά την υγρασία του ταβανιού που όλο έλεγε να διορθώσει, μα και όλο αμελούσε.
Η όμορφη άνοιξη έξω από το παράθυρο έλεγε τις ιστορίες της για την αναγέννηση των ανθρώπων και των συναισθημάτων τους· και μαζί με τα κελαηδίσματα και τις λουλουδένιες μυρωδιές, ένα κρυφό αεράκι χόρεψε κάτω από τις γυμνές γάμπες της κοπέλας. Εκείνη γαργαλήθηκε και χαμογέλασε. Μια πρωτοφανής χαρά της δόθηκε, ένα δέρμα παρθένο, μια καθάρια αναπνοή δίχως φόβο. Θα συνέχιζε με την ανάμνηση

[ΠΗΓΗ: Ειρήνη Βακαλοπούλου, Τοπίο, Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη: http://bibliotheque.gr/ ]

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης… Έτσι προέκυψαν και τα κτερίσματα στίχων από ποιήματα της Ειρήνης Βακαλοπούλου που αναρτήθηκαν στην Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη ή στο ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ της στο FaceBook.  – Η Ειρήνη Βακαλοπούλου γεννήθηκε το 1982 στη Θεσσαλονίκη. Έχει σπουδάσει Διεθνείς Σχέσεις και Διαφήμιση. Η ΑΝΗΛΙΚΙΩΣΗ είναι η πρώτη ποιητική συλλογή που έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης – Ο τίτλος ΑΝΗΛΙΚΙΩΣΗ μας προκαλεί να τη διαβάσουμε ως αμφισβήτηση της ενήλικης, άνευρης, προσαρμοσμένης, καθημερινής ζωής. Είναι μια ποίηση γεμάτη εικόνες και σενάρια… Ο έρωτας, ο χρόνος και ο πόνος της απώλειας είναι οι σταθερές μεταβλητές του ποιητικού λόγου… Περιγραφικός και ελλειπτικός λόγος μαζί, δυνατά ουσιαστικά, πρωτοπρόσωπη σοβαρή αφήγηση που μας ευχαριστεί και μας ηδονίζει…

artworks : Thomas Robson 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις