Δύσκολες Λέξεις Μοναξιάς που τις ανάγκασαν να τα πουν όλα στον Παρακείμενο Σιωπής

Οι Λέξεις μέσα στο Ποίημα εικόνες σκέψεων και συναισθημάτων είναι και οι εικόνες που τις έντυσαν λαβύρινθος επιθυμίας λέξεων για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν. Ω μοναξιά εισχωρείς μέσα στο βράδυ δια πυρός και συμβόλων… Νόστιμον ήμαρ μεταξένιων συνειρμών στον Πηγαιμό για την Κολχίδα της Ποίησης [Τάσος Κάρτας, Ένας στίχος που είναι να βγει δεν μ’ αφήνει να κλείσω μάτι]


Η ζωή είναι μόνο πήγαινε αλλά αυτός πιστεύει στο έλα.
Όποιον γεννιέται σε χωριό τον μεγαλώνει ο ορίζοντας και τον παίρνει μαζί του κάποιο τρένο οποιοδήποτε οποιοδήποτε απόγευμα. Μόνη του αποσκευή είναι μια βεβαιότητα: πως η ζωή είναι μακριά. Περνά την εφηβεία του κοιτώντας χάρτες, σύννεφα, νοσταλγώντας με πόνο μακρινά τοπία, γονατιστός μπροστά στη θεά Φυγή. Μέχρι που κάποια μέρα παίρνει ένα τρένο και φεύγει προς αναζήτηση της απόμακρης φωνής του, και της μητέρας του, από την οποία δραπετεύει για να μπορέσει να υπάρξει και έχει πάει στο σταθμό να τον αποχαιρετήσει, βγάζει ένα άσπρο μαντίλι και σκουπίζει τα δάκρυά της, φυσάει τη μύτη της, εγκαταλείπεται στο ρόλο της εγκαταλειμμένης μάνας τη στιγμή που το τρένο απομακρύνεται και την μετατρέπει σε μακρινό σημείο σε νιφάδα ενοχής που τον εκλιπαρεί: γύρνα. Και εκείνος βλέπει να πετούν ελιές, αμπέλια, ταύροι, άλλα χωριά, μέρες, χρόνια, σύννεφα στην οθόνη του παραθύρου. Διασχίζει χώρες και τοπία. Νοσταλγεί όλα όσα δεν θα συναντήσει. Και ζει δραπετεύοντας από τη μοίρα του, σκοντάφτοντας κάθε μέρα στην ίδια πέτρα, νιώθοντας ντροπή που νοσταλγεί όλα εκείνα που θέλησε να εγκαταλείψει. Να επιστρέψει κανείς ή να μην επιστρέψει: αυτή είναι η απορία, έτσι λένε, αλλά δεν είναι αλήθεια, αφού δεν υπάρχει ένα εκεί στο οποίο να επιστρέψει ούτε ένα εδώ όπου να αποφασίσει να μείνει. Μόνο το τρέμουλο του τρένου όπου αυτά γράφονται. Ακόμα δεν έχει φτάσει πουθενά αλλά, παρ’ όλα αυτά, στο μυαλό του τριγυρνάει ένα ρήμα: επιστρέφω, επιστρέφω, επιστρέφω… Επαναλαμβάνει τη λέξη μέχρι που ξεχνάει τι σημαίνει, όχι μόνο η λέξη αλλά το να την προφέρει συνέχεια έτσι, ξανά και ξανά. Η ζωή είναι μόνο πήγαινε αλλά αυτός πιστεύει στο έλα. Και θα επιστρέψει σ’ ένα χωριό που πλέον δεν θα είναι δικό του. Και θα επιστρέψει σε μέρη που πλέον δεν θα αναγνωρίζει, μέχρι που πια δεν θα ξέρει  τίποτα ούτε για τον εαυτό του ούτε για το πού ή γιατί επιστρέφει, και η επιστροφή θα μετατραπεί  σε φτερούγισμα δίχως φωλιά, σε μελαγχολική διαστροφή. Μέχρι που κάποια μέρα θα επιστρέψει για μια κηδεία που θα δώσει τέλος σ’ αυτό που δεν έχει. Όποιον γεννιέται σε χωριό  τον μεγαλώνει ο ορίζοντας και τον παίρνει μαζί του το τρένο οποιοδήποτε απόγευμα προς μια θάλασσα ενός άλλου κόσμου, προς έναν τόπο που δεν έχει σταθμό ή ένα σταθμό που δεν έχει τόπο. Είναι πλέον το τρένο, στο θρήνο του, στον παλμό του, αυτό που επαναλαμβάνει επιστρέφω επιστρέφω επιστρέφω, και εκείνος ακούει το ρήμα το ρήμα το ρήμα που γίνεται σιγά-σιγά σάρκα, που γίνεται σιγά-σιγά απόγευμα. Και ξαφνικά κάποιος του λέει πως έφτασε στον προορισμό του, που είναι και το τέλος της διαδρομής. Βγαίνει από το άδειο τρένο σ’ έναν έρημο σταθμό. Στο τέλος της αποβάθρας βλέπει τη μάνα του που κουνάει εκείνο το μαντίλι σαν να τον αποχαιρετούσε ενώ, αντίθετα, τον προσμένει εδώ και τόσα χρόνια. Αντιλαμβάνεται ότι έχει φτάσει σε μια πόλη απ’ την οποία κανείς δεν επέστρεψε ποτέ. Τα τρένα, δίχως αυτόν πια, συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να πηγαίνουν και να έρχονται.
[Εισιτήριο να πας ή να έρθεις του Χουάν Βιθέντε Πικέρας - Απόδοση στα ελληνικά από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο]

ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Ξεχασμένη αποθήκη, έξω από το Όσλο, άγριο χάραμα της δεκάτης έκτης Σεπτεμβρίου χίλια εννιακόσια εξήντα εννέα, τελευταία νύχτα πριν την αναχώρησή σου, κι αυτή σηκώθηκε, ενώ εσύ κοιμόσουν ακόμα συντροφιά με το καθησυχαστικό της άρωμα και, προτού χαθεί (για πάντα) στην ανίατη ερήμωση μιας νορβηγικής ευημερίας, σου δώρισε τον έγγραφο αποχαιρετισμό της, απ' τον οποίο, τώρα, μόνο δύο λέξεις —Himmel, egentlig- μπορείς να ξεχωρίσεις. Λέξεις που επιστρέφουν την εικόνα της, αντικείμενο πόθου και πηγή οδύνης, μέσα στο χάσμα του χρόνου (σου) που δεν είναι παρά ο μηχανισμός της ανελέητης συντριβής (σου), αθεράπευτη πληγή από μια φούχτα σκάγια πάνω στη ραγισμένη σου αυτάρκεια.
[Γιώργος Καρυπίδης-η λέξη τχ. 189]

Πολλά ήταν τα ψέματα που είπαμε ως εδώ ας πούμε και μια αλήθεια κι ας πέσει στο γιαλό:
Κι αν είναι αλήθεια το σύννεφο που κρύβει το φωνήεν σου; Πίσω απʼ το δάχτυλο πρωταπριλιάς, «την αλήθεια τη «φτιάχνει» κανείς όπως φτιάχνει και το ψέμα». Σύμφωνα και φωνήεντα  σπουδάσματα  στην έκλαμψη  Ισόβιας Στιγμής:  Πες τα κι ας πέσουν στη σιωπή, να ψαλμωδήσουν μουσικές στη γέφυρα του φεγγαριού από κει που ο μίτος των λέξεων σαν τη φαντασία των ποιητών «φοριέται κι απ’ την ανάποδη  και σʼ όλα της τα μεγέθη». Κι αν είναι Επίνειο μιας άλλης αποκριάς η Νοσταλγία Μαγικού Ρεαλισμού; πες τα κι ας πέσουν χάμω,  στο πηγάδι της μοναξιάς, τα υστερόγραφα γαλάζια σου γράμματα…)

[Τάσος Κάρτας, Ένας Στίχος που είναι να βγει δεν μ’ αφήνει να κλείσω μάτι]

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις