Το μέγα ποίημα, μνήμη που τρίφτηκε στους κορμούς των πεύκων, για να μην μας βουλιάζει η αλήθεια της πραγματικότητας

Μύηση στο χρυσάφι της αθανασίας μιας στιγμής: πάνω από τα πεύκα, πάνω απ’ τη βαθιά ρεματιά χαμηλώνει τώρα επικίνδυνα το φεγγάρι  κι επειδή κάθε δευτερόλεπτο τώρα μετράει πρέπει ν’ αρχίσουμε να γράφουμε όλο και περισσότερα Ποιήματα, φιλιά στους όρκους  της άνοιξης που ρίζωσαν στου Έρωτα την κοίτη… [Γιώργος Βέης, Κατά βάθος το αποπαίδι της συγκυρίας, ένα άθυρμα μόνο που του έταξαν τα πάντα και πήρε μόνο κουράγιο κι αυτό ραγισμένο να μπάζει νερά και ιώσεις από παντού]  



ΑΚΡΟΤΕΛΕΥΤΙΟΝ
Οι ίριδες στο δένδρο της καμφοράς
οι επιστήθιες της άνοιξης
ένα άγγιγμα.
Ισημερινός
η πυξίδα δείχνει λύση

ΚΛΗΡΩΤΟΙ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΝ
Από αυτούς εδώ τους φοίνικες
έως τους πρώτους κέδρους
απλώνεται μια απέραντη βιβλιοθήκη
κι όμως τώρα δίπλα-διπλα στέκονται
ο φοίνικας της όασης
κι ο κέδρος της ονειροπόλησης
στο ιδεόγραμμα του ταξιδιού.

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ADAGIO ΤΟΣΟ
Είναι έρωτας για τη ζωή ή σαρκασμός;
Τι θέλει αυτό το Adagio κι έρχεται κοντά μας;
«Το μέγα ποίημα είναι η αποδέσμευση
της (μιας) πραγματικότητας».
Μήπως ότι κύλησε ο χρόνος
κι ότι πρέπει να μετακομίσουμε σε άλλο αστέρι,
μήπως ότι ξοδευτήκαμε πριν την ώρα μας
και ότι πρέπει να κλειστούμε μέσα σε δυο-τρεις αράδες,
μνημόνια μιας ηρωικής ματαιότητας σημείων και τεράτων;
Γιατί να επιμένει αυτό το Adagio τόσο;
Είναι έρωτας για τη ζωή ή σαρκασμός φιδιών; 

 «Ω, αθωότητα του Νότου, δέξου με
Ικετεύεις κι εσύ τα σημεία των οριζόντων
να σε σώσουν τώρα από τη μοίρα,
ενώ έχεις με το μέρος σου έναν ολόκληρο άφθαρτο κόσμο,
με τις λέξεις του μαζί,
την διαρκή υπερηφάνεια των στοχασμών σου,
ψάχνεις να βρεις, Φρίντριχ, τη γαλήνη στις επαρχίες της Μεσογείου.
Γιατί άραγε να θέλεις να φτάσεις ως εδώ,
αφού κι εμείς έχουμε πια σκεβρώσει,
βουτηγμένοι στα απόνερα
της πλάνης, της απάτης και του δόλου,
των πιο επιπόλαιων θεών παιδιά παιχνίδια.

Θα σου έλεγα να γράψεις με την πρώτη ευκαιρία στων ημερών τη φλούδα
«Ω, φυσημένη απ' την καρδιά του πεύκου, Υγεία»
έτσι σαν σημάδι δαίμονα αγαθού
που σε θέλει άρχοντα του βίου, δόξα και τιμή του,
ενώ είσαι κατά βάθος το αποπαίδι της συγκυρίας,
ένα άθυρμα μόνο που του έταξαν τα πάντα
και πήρε μόνο κουράγιο
κι αυτό ραγισμένο να μπάζει νερά και ιώσεις
από παντού
τη μια μετά την άλλη.

Πόσες φορές θα μου ξυπνήσεις τον καιρό
για να μου πεις ότι είμαι πιο γερός,
πιο γρήγορος κι απ΄ τον άνεμο ακόμη
να γίνω μέσα σε μια στιγμή αλήθεια,
πόσες φορές θα μου ξυπνήσεις το όνειρο
ότι είμαι τάχα ζωντανός,
έτοιμος να πάρω την τύχη στα χέρια μου,
σα να' ταν καροτσάκι ανάπηρου
να το κυλήσω με φόρα στο χάος
να ξοφλήσω όλους τους λογαριασμούς του τρόμου
παρ' ολίγον τραυματίας της πόλης
που έμαθε να λέει τον Χάρο Μάνα.

 «Μέτρα άλλους δυο χειμώνες κι ύστερα θα 'ρθω
σαν τον Φρίξο που δεν του έπεσε ποτέ η Έλλη
κάτω στ' άπατα νερά άκλαυτη  του μαύρου πόντου
ναι, θα κινήσω τη γη, τον ουρανό, αδελφή μου,
που οι άλλοι σε νομίζουν η Οργή ότι είσαι,
κάστρο να στεριώσω που ο θάνατος δεν θα πάρει».

Δεν μπόρεσε να συνεχίσει άλλο,
ντύθηκε,  άνοιξε το παράθυρο
και πέταξε για το απέναντι βουνό

μια βροχή που έπεσε λίγο μετά
έψαξε να την βρει
μνήμη που τρίφτηκε στους κορμούς των πεύκων
ιστορία που δεν αφορά (σχεδόν) κανέναν.
  
Στη σκιά του κίτρινου φτελιά
η προστασία, η αναπόληση.
Εδώ μαθαίνουμε από τα μερμήγκια
πώς να μαζεύουμε χρόνο να σωθούμε
γραμμένο στη ξερολιθιά
από χέρι μάστορα να μην το πιάνει κρύο,
η λησμονιά, ούτε οι υπερβολές των βαρβάρων:
«είμαστε τα ταξίδια που αρνηθήκαμε
είμαστε εν τέλει τα ταξίδια που μας διανύουν».
Είναι σκαλισμένα κι άλλα γράμματα
πιστά, αυστηρά, μόνο για μας.
                                                                                    
Αμέσως μόλις η πρώτη ανταύγεια του μεσημεριού
πέσει  πάνω στην κάθετη πέτρα της ρεματιάς
αρχίζουν να σέρνονται στα χαλίκια οι ψυχές

στην αρχή δεν ακούμε τίποτα
«είναι το διψασμένο κουνάβι, η νυφίτσα
που δεν μπορεί να ξεχάσει το νερό», θα πούμε μετά
όλο και πιο σίγουροι στη συνέχεια
θα δούμε να περνάνε δίπλα μας οι αγρότες με τις γυναίκες τους
και τα παιδιά τους
αλλά είναι η γοητεία,
η σαγήνη του τέλους.


 «Έχουμε την τέχνη για να μη μας βουλιάξει η αλήθεια» (Φρίντριχ Νίτσε)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις