Χρόνια οι άνθρωποι ζούσαν χωρίς την ελπίδα

Πηγαίναμε σαν να ήταν το μέρος αυτό γυρισμός των ανθρώπων. Μας τραβούσε μια έλξη και τα πόδια βάδιζαν χωρίς να βλέπουν τα μάτια. Κι ήταν ο τόπος όλων των νεκρών ανθρώπων. Μεγάλος, θεόρατος τύμβος. Και πιστέψαμε. Πως είναι το κάλεσμα των υπόγειων νεύρων που οδηγούσαν το πέλμα. Φτάσαμε όλοι την ώρα που είχε ανέβει ψηλά η σελήνη. Οι τόποι και τα δέρματα και τα μάτια. Σαν μια σύγκλιση καταιγίδων. Αλλά γαλήνια. Αλλά υπέροχη. Φύλλα σε δίχτυ που ’κλεινε γύρω κι από μέσα εμείς. Και κάτω από μας ένα απέραντο σπείρωμα μ’ ατέλειωτα νεύρα [Δημήτρης Τανούδης, Χώματα]


Είναι ολόγυμνα τα πόδια της και τα δάχτυλα σφηνώνουν όπως οι κοφτήρες.
Φορά ριχτάρι απ’ τις στάχτες της κυψέλης του άντρα. Χτένι εραλδικό στους κροτάφους. Ραμμένο πετράδι στον ισημερινό του πρόσωπου. Μοιάζει με κόρη δαιμόνου και μοιάζει με μπόρα που ξημερώνει αυγές ιδρωμένες απ’ τους πυρετούς των θηρίων.  Υψώνει το λάφυρο όπως τη γλώσσα φονικής λυσσαγμένης καλήλας.
Σφίγγει τα δόντια
για να διώξει κατάρες
απ’ τα ούλα της δράκας που φτάνει.
Νηνεμεί τους φόβους
σε υπόσχεση ουράνιας γέννας
και σφίγγει μονάχα τα δόντια
σαν τον ληστή
που κόβει την ουρά του αλόγου
για να μη του στοιχειώσει εφιάλτες.
Μεσημέρι ολόγιομο κάθομαι στο πέταλο της πλατείας και βλέπω λευκό σκοτάδι αντρών να κυλά στη γυναίκα όπως οι ριξιές των κοράκων που γιορτάζουν τσιμπώντας σορούς αφημένες στο διάβα του κόσμου πριν χαράξει ο θρήνος γλωσσάρια σε πλάτες που ’μειναν πίσω κι αργά τις πληγές τους φωνάζουν.

Αργοπεθαίνει βλέπω
το μέλος του άνδρα
αλλά τρεμίζουν ακόμη
τα πλοκάμια της ρίζας
και χολές αναβλύζει
τ’ ορθάνοιχτο μάτι.

Πλησιάζουν οι άντρες και θηλιά ανεβαίνει στο λαιμό της γυναίκας

Ακρόαμα φτιάχνουν
δικάζοντας τώρα
σε βωμό τυφλωμένο
απ’ το χύμα του άντρα:

κόμπο τον κόμπο να λύσουν το σώμα:

να κόψουν το μίτο του φόνου,
να σφίξουν άλεχτους νόμους,
να δώσουν πρόσφορο μνήμης,
να ακούν τα’ εγγόνια,
να πέφτουν σε ήσυχους ύπνους…

Για ώρα κρατούσε
τον κούφιο από άνδρα
σωλήνα του άνδρα
που ’χυσε σάλια,
φυσαλίδες πνιγμένου
και πρωτόγαλα κάμπιας.

Για ώρα θαμπερή οπτασία πάνω απ’ το έλος που μέστωνε κρούστες ακέφαλης σαύρας. Κι αργότερα μόνο, καθώςστριγλίζαν τα όρνια στο γέμα του ήλιου, λυγίζει αργά η γυναίκα, πόντο τον πόντο, στη λίμνη της φύσης του άντρα. Κι όλοι πίστεψαν πως σώθηκε τ’ απάνθρωπο έρμα στις φλέβες της μέσα. Κι όλοι νομίσαν πως κόπηκ’ ο δαιμόνιος λώρος.  Κι όλοι χαμόγελ’ ανάψαν πως φτάνει δίκαιη ώρα. Όμως σηκώνεται ξάφνου εκείνη:

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΓΥΝΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΙΚΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΙΑ
Είναι, είπε, τα χώματα της νέας γυναίκας.
Κι ήρθε φωνή σαν χίλιες πυρωμένες ανάσες σαν χτικιό απλωμένη. Κι είδα να τινάζεται με λύσσα στενή ολόρθη γαμψή απ’ το μένος ατέλειωτης νύχτας. Κι είδα τον κλοιό να στενεύει μπήγοντας τελευταίο δοξάρι με λόγια αφρισμένα απ’ το κτήνος που καθένας φέρνει στον ήλιο.

Είδα τον αέρα να σμιλεύει φαλλούς
ιερούς ποδηγέτες
σηκωμένους υγρούς
στην τρομάρα της νόσου. Είδα απ’ τα στόματα
να βγαίνουνε γύπες
στο λαβωμένο μοσχάρι
να ρίχνονται άνδρες
μ’ άρρωστα μάτια
στο κορμί της γυναίκας
εφαψίες θανάτου
ανοίγοντας το φράγμα του λαιμού
την κύστη της χολής
ανοίγοντας
τους κρουνούς
ανοίγοτνας
απ’ το απόκρυφο καζάνι της βλέμμας.
Είδα να πυρροεί
το σχισμένο σώμα
στην ακροπετσιά της ομίλχης
παλουκωμένο μαδέρια
ως τους βολβούς των ματιών
και τ’ άγιο πετράδι
απ’ όπου κοιτούσε η γυναίκα
τους γιους που κοιτάξαν
τη σκυλεμένη κοιλιά της γυναίκας

Είναι ολόγυμνα τα πόδια της και τα δάχτυλα σφηνώνουν όπως οι κοφτήρες. Φορά ριχτάρι απ’ τις στάχτες της κυψέλης του άντρα. Χτένι εραλδικό στους κροτάφους. Ραμμένο πετράδι στον ισημερινό του πρόσωπου, Μοιάζει με κόρη δαιμόνου και μοιάζει με μπόρα που ξημερώνει αυγές ιδρωμένες απ’ τους πυρετούς των θηρίων. Υψώνει το λάφυρο όπως τη γλώσσα φονικής λυσσαγμένης καλήλας. Σφίγγει τα δόντια για να διώξει κατάρες απ’ τα ούλα της δράκας που φτάνει. Νηνεμεί τους φόβους σε υπόσχεση ουράνιας γέννας και σφίγγει μονάχα τα δόντια σαν τον ληστή που κόβει την ουρά του αλόγου για να μη του στοιχειώσει εφιάλτες. Μεσημέρι ολόγιομο κάθομαι στο πέταλο της πλατείας και βλέπω λευκό σκοτάδι αντρών να κυλά στη γυναίκα όπως οι ριξιές των κοράκων που γιορτάζουν τσιμπώντας σορούς αφημένες στο διάβα του κόσμου πριν χαράξει ο θρήνος γλωσσάρια σε πλάτες που ’μειναν πίσω κι αργά τις πληγές τους φωνάζουν

Κι όλοι πίστεψαν πως σώθηκε τ’ απάνθρωπο έρμα στις φλέβες της μέσα
Άγαλμα όμως μένει η γυναίκα κρατώντας σφιχτά έναν άνδρα χωρίς το σώμα του άνδρα. Απρόβλεπτη απ’ όλους τους νόμους η παραφορά της γυναίκας στην τροχαλία των σάλιων της χάβρας. Και τόσο ελάχιστ’ ανθρώπινη είναι καθώς τη θολώνουν τα τρεμάμενα αγγεία του ήλιου ώστε μοιάζει απόκοσμος σπόρος η νόσος αυτή της γυναίκας που χτυπιέται απ’ τη δίκη αλλά ατάραχα γυρίζει καρφίτσες στις κόρες των μελλοντικών της φονιάδων.

Η κορφή του σαν τραγίσιο κεφάλι. Κι από πάνω το χιλιόχρονο ρόδο. Και στα μέσα του κατέβαινε ένα χωνί, όλο πιο λεπτό, φουσκώνοντας κι αδειάζοντας σαν απ’ τον ίλιγγο μιας ενέργειας που δεν ξαποσταίνει γιατί από αυτήν μηρυκάζει ο κόσμος… Κτερίσματα στίχων από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Τανούδη ΧΩΜΑΤΑ, Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ 2014

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις