Η γυναίκα που αγαπώ δεν ξέρει πλέξιμο ξέρει να ονειρεύεται… και τα όνειρά της είναι σύννεφα

… ξέρει να ονειρεύεται να ονειρεύεται να ονειρεύεται και τα όνειρά της είναι σύννεφα γεμάτα χνούδια φουσκωμένα με ελπίδα πολύχρωμη μέσα στο σούρουπο που την αναζητεί. Ξέρει να σιδερώνει με ομορφιά τα όμορφα τα κόκκινα τα μπλε  αυτά που βρίσκονται μες στη σκιά παρέα με τα βότανα των αναμνήσεων για τα μεγάλα βράδια του χειμώνα. Η γυναίκα που αγαπώ ξέρει να αγαπά αυτό που είναι βαρύ όπως ο πόνος και σκληρό όπως το αύριο αυτό που είναι ανήσυχο όπως οι μέρες της γιορτής κι έτσι απ’ το χειρότερο όλα καλυτερεύουν [Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ του Philippe Soupault – μετάφραση Κώστα Ριτσώνη)


ΓΙΑ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΜΟΥ
Καπνίζω συχνά την πίπα μου
μου είπε η άνοιξη
και φουσκώνω όμορφα σύννεφα
μερικές φορές πετυχαίνω
και φτιάχνω ένα ουράνιο τόξο
κάτι που δεν είναι τόσο εύκολο
Το ξέρω πως το καλοκαίρι
θα με σπρώξει στην πλάτη
όπως σπρώχνουμε ένα γεροντάκο
μέσα σε ένα μικρό αυτοκίνητο
αλλά έχω πολλές καλές μέρες
δικές μου ακόμα
κάτι μεγάλα βράδια
αργά και γλυκά
είμαι μάλιστα πιο δυνατή
κι από τη νύχτα κι από τη βροχή
γιατί ξέρω να τις κάνω να χαμογελούν
καπνίζοντας την πίπα μου
και τα σύννεφα που ξεφυσάω
φτιάχνουν ένα ωραίο σκηνικό
για τις κωμωδίες
που σε αυτές παίζουν τα ζώα
ένα μεγάλο ρόλο
κωμωδίες του έρωτα
της ηδονής
που έρχονται και εύχονται
για τη γιορτή μου

ΤΑ ΕΝΩΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ
Μέσα στον ουρανό καπνίζουν τα μεγάλα καράβια
και πάνω στη γη υπάρχει αυτό το βράδυ ένας
άνθρωπος που γράφει δίπλα σε ένα κερί
κρατώντας ένα στυλογράφο Watermann
Σκέφτεται τα γκρίζα πουλιά που χορεύουν
τους αργούς γκρίζους τους χορούς
όπως σκεφτόμαστε ένα σκύλο που αποκοιμήθηκε
Γνωρίζει πράγματα πολλά που όνομα δεν έχουν
πάνω στη γη και μες στους ουρανούς
που για εκεί πετούν τα μεγάλα καράβια
Τα δέντρα παρακαλούν για σιωπή
Υπάρχει ένας άνθρωπος που γράφει δίπλα
σε ένα κερί
και που σκέφτεται το φεγγάρι
και που σκέφτεται το Θεό
Υπάρχουν επίσης αυτές οι μικρές πεταλούδες
διαφημίσεις του παραδείσου
σπίτι αγγέλων πολύ καλοφτιαγμένο
ιδιοκτήτες κομψών μπαστουνιών
και μεγάλα αυτοκίνητα απλά ευέλικτα αθόρυβα
Οι άγγελοι είναι φίλοι
όταν τους γυρεύουμε μια συμβουλή
πώς να διαλέξουμε γραβάτα
μας απαντούν γεμάτοι θλίψη
Διάλεξε αυτή που πάει με το χρώμα των ματιών σου
Οι άγγελοι εξαφανίζονται μέσα στις φλόγες των κεριών
και δεν υπάρχει τίποτε παρά μονάχα δέντρα
και φυσικά τα ζώα που τα ξεχνάμε
και που κρύβονται
Αυτοί οι τολμηροί γνωρίζουν ότι η σιωπή είναι απαραίτητη
αυτή την ώρα της θαρραλέας νύχτας
αυτή την ώρα που κατεβαίνουν οι προσευχές
και τα τραγούδια πάνω στα σκαλοπάτια τα βαμβακερά
Είναι η ώρα που βλέπουμε τα μάτια
που δεν θέλουν ποτέ να είναι σβηστά
ακίνητα όπως τα σεραφείμ
Άγγελοι του Παρισιού δανείστε μου τα φτερά σας
δανείστε μου τα δάχτυλά σας
δανείστε μου τα χέρια σας
Πρέπει να κοιμηθώ ακόμα για πολύ
και το κεφάλι μου να είναι βαρύ σαν αμαρτία
Πρέπει να πεθάνω χωρίς καμιά κραυγή
μες στη σιωπή που την παρακαλούν τα δέντρα
δίπλα σε ένα κερί
δίπλα στο σκύλο που αποκοιμήθηκε
………………………………………………
Άραγες είναι ο ήλιος που δύει
Άραγες είναι ο ύπνος
Άραγες είμαι εγώ
Κλείνω απλά τα μάτια
για να βλέπω καλύτερα
τη χώρα μου
το βασίλειο μου
……………………………………………
Τα χέρια σου αρπάζουν και δίνουν
τη λησμονιά
Ω διαμάντι ω πηγή
Μεταμόρφωση
Δεν έχω εμπιστοσύνη παρά μόνο στη νύχτα
Δεν έχω εμπιστoσύνη παρά μόνο σε σένα
που το όνομά σου
έχει το σχήμα απ’ τα χείλια σου
Νύχτα
Εσύ νύχτα

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΟ
Να σκύψεις
να κουρνιάσεις στη λεία επιφάνεια
Πορτοκαλιά
μπλε
γκρίζα
κόκκινα
τα ποιήματά μου
γλιστρούν και κολυμπούν
Γύρω από τη σκέψη μου
γυρίζουν και βολτάρουν
τα πράσινα ψάρια

ΓΕΩΡΓΙΑ
Δεν κοιμάμαι Γεωργία
Ρίχνω βέλη μέσα στη νύχτα Γεωργία
Περιμένω Γεωργία
Σκέφτομαι Γεωργία
Η φωτιά είναι σαν το χιόνι Γεωργία
Η νύχτα είναι γειτόνισσά μου Γεωργία
ακούω τους θορύβους χωρίς εξαίρεση Γεωργία
βλέπω τον καπνό που ανεβαίνει και που δραπετεύει Γεωργία
σαν το λύκο περπατώ μες στη σκιά Γεωργία
τρέχω να ο δρόμος των προαστίων Γεωργία
Να μια πόλη που είναι η ίδια
και που δεν την γνωρίζω Γεωργία
Κάνω γρήγορα να ο άνεμος Γεωργία
και το κρύο και η σιωπή κι ο φόβος Γεωργία
το σκάω Γεωργία
τρέχω Γεωργία
τα σύννεφα είναι χαμηλά θα πέσουν Γεωργία
απλώνω τα χέρια Γεωργία
δεν κλείνω τα μάτια Γεωργία
φωνάζω Γεωργία
κραυγάζω Γεωργία
φωνάζω Γεωργία
σε φωνάζω Γεωργία
Άραγες θα ρθεις Γεωργία
σύντομα Γεωργία
Γεωργία Γεωργία Γεωργία
Γεωργία
δεν κοιμάμαι Γεωργία
σε περιμένω
Γεωργία


` ΦΙΛΙΠ ΣΟΥΠΩ ήταν ένας από τους ιδρυτές του ντανταϊσμού και μετά του υπερρεαλισμού. Από μεγάλη γαλλική οικογένεια τον καιρό του πολέμου ο ποιητής κυνηγήθηκε και φυλακίστηκε για έξι μήνες από το Βισύ και από τους Γερμανούς. Κατάφερε να διαφύγει στην Αμερική. Εργάστηκε σα δημοσιογράφος για την κυβέρνηση του Ντε Γκωλ και ταξίδεψε για λογαριασμό της Γαλλίας σε όλο τον πλανήτη. Έγραψε μυθιστορήματα και έκανε ραδιοφωνικές εκπομπές. Το ποίημα του Γεωργία έγινε όπερα στη Σόφια. Ήταν κοσμοπολίτης και ανοικτός σε όλα τα κινήματα της εποχής. Οι στίχοι του έχουν συχνά αρκετό ρεαλισμό μέσα στον υπερρεαλισμό.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις