Κάτι Αχόρταγες Στιγμές σαν ανικανοποίητα θηλυκά για την πλήξη της καθημερινότητας

Μου τελειώνεις όπως τελειώνουν όλα αργά ή γρήγορα ή λίγο πιο γρήγορα.  Όπως μ’ αφήνει η μέρα έτσι με βρίσκει η νύχτα: θεοσκότεινο! Φταίει που ακούω ακόμα τα τριζόνια κι από πάνω μου η ζώνη του Ωρίωνα. Φταίει που χειμωνιάζει και δεν μπορώ να ταιριάξω το σώμα μου στο χώρο. Φταίει που επέστρεψα πίσω και βρήκα όσα άφησα. Τις ίδιες γωνίες λήψης. Τα ίδια χρώματα. Τα βιβλία που ποτέ δε διάβασα… Θέλω το σώμα μου ν’ ακουμπά τρυφερά το δικό σου και να αγριεύουν αργά και τα δύο. Χωρίς το παραμικρό δισταγμό… Οι άνθρωποι σάρκινες ψευδαισθήσεις. Περιποιείσαι τα μέλη τους, τα μαλλιά τους, τα δόντια τους… Κι έπειτα χάνονται, σβήνουν μόνοι ή επιστρέφουν τις νύχτες από αντίδραση… Πόσο θα μιλάμε ακόμα για Θεό (Γιώργος Σαράτσης, Ποιήματα)


Κατά βάθος η γραφή δεν απελευθερώνει κατατρώει φωνές, δάχτυλα και μάτια
τρέφεται απ’ τα καλύτερα χρόνια μας
Ι.
Μια κάποια μέρα θα βάλεις φωτιά σε όσα σου ανήκουν, θα αποδεχτείς την ανάγκη να υπάρχεις σα να μην υπάρχεις, θα πλησιάζεις και θα απομακρύνεσαι, προσφέροντας τριαντάφυλλα σε αγνώστους τυλιγμένα σ’ εφημερίδα. Μια κάποια μέρα λίγο πριν τα τριάντα η μεταφυσική σου θα κάνει φτερά κι εσύ ατάραχος θα πλησιάζεις τα χέρια σου στα χέρια των άλλων και η ζωή θα κυλάει ήρεμα. Μαγιάτικη υγρασία σαν κατάρα που δεν έπιασε, σαν απόφαση της στιγμής, όπως όταν τινάζεις απ’ την πετσέτα τα κομμένα σου νύχια, όπως όταν φοράς χωρίς ενοχές ασιδέρωτα ρούχα. Οι ενοχλήσεις στο λαιμό θα ’ναι το βάρος των άλλων που φέρεις μέσα σου. Μια κάποια μέρα θα σεβαστείς τις καταχρήσεις σου, θα φιλήσεις με γλώσσα το τσαλακωμένο σου εγώ και θα γεμίσεις μόνος σου χαλίκια τα παπούτσια. Μια κάποια μέρα θα ξεχαστούν οριστικά οι πόλεις, τα ταξίδια κι οι έρωτες και θα ’ναι καλύτερα έτσι, όπως η ανεργία που δεν είναι παρά άγνοια κινδύνου σε καιρό πολέμου. Μια κάποια μέρα δεν θα ’χεις ιδέα τι πάει να πει ζωή και τότε θα αρχίσεις να ζεις πραγματικά.
ΙΙ.
Είναι πολυτέλεια η τρέλα, τα αλλόκοτα μάτια σου, η αστεία μυρωδιά σου, το νεαρό της ηλικίας σου. Είναι πολυτέλεια να μην έχεις τίποτα στ’ όνομά σου, να χάνεσαι ξυπόλητος σε έρημους δρόμους, να μην βρίσκεις τα κατάλληλα λόγια, να ξεμπροστιάζεις τον θρασύδειλο εαυτό σου ή να χάνεις ό,τι αγαπάς χωρίς σοβαρές λέξεις και συγγνώμη. Είναι πολυτέλεια να παρεξηγείς χωρίς να παρεξηγείσαι, να μην κάνεις εκπτώσεις στην επικριτική σου στάση ή να ζεις μια άδεια ζωή, γεμάτη μικρές κι ανόητες χαρές. Είναι πολυτέλεια το αχόρταγο βλέμμα, το απέραντο των οσμών και των γεύσεων, η μουσική, το παρελθόν και το πράσινο έξω από τους τοίχους σου. Είναι πολυτέλεια να περιπλανιέσαι χωρίς σκοτούρες, να ζεις στο βάθος της απραγίας σου, στο πάθος της αθωότητάς σου, να ζεις, να ζεις μόνος, πραγματικά μόνος, με κάτι λίγο σαν αγάπη, λίγο φαγητό και ελάχιστες απαιτήσεις.
Πολυτέλεια, δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΛΥΚΟΣ και στη στήλη ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ: : http://lykosmagazine.com

Κοιμήσου Περσεφόνη
Εμφανίζεται κατά καιρούς στους νεοέλληνες μια εμμονή με το παρελθόν τους και το αρχαίο κλέος ενός πολιτισμού, του οποίου μόλις και μετά βίας αντιλαμβάνονται τη σκιά του. Ίσως ούτε κι αυτή. Κι αν το καλοσκεφτείς, χωρίς την υστερία των μέσων ενημέρωσης και ιδιαίτερα του διαδικτύου δεν θα κινούταν στην κυριολεξία φύλλο.
Φαίνεται, αναζητούμε κάποιο νόημα στο απώτατο παρελθόν μας. Ηδονιζόμαστε, νιώθοντας απόγονοι τιμημένων προγόνων. Είναι όμως έτσι; Οι αρχαιολογικές έρευνες και τα ιερά ερείπια της χώρας δεν αρκούν για να αναστήσουν το δαιμόνιο του νεοέλληνα. Η όποια μανία υπεράσπισης του ιερού γένους και του αίματος, αμαυρώνει επικίνδυνα το σκηνικό, αποδοκιμάζοντας ουσιαστικά κάθε προσπάθεια παραγωγής σύγχρονου πολιτισμικού προϊόντος.
Η καλλιέργεια μιας εμμονικής εθνοπληξίας δεν είναι ίδιον απογόνων κάποιων πολιτισμένων ιθαγενών που έτυχε κάποτε να ζήσουν σε αυτά τα χώματα. Η εμμονική εθνοπληξία του σήμερα είναι ίδιον απεγνωσμένων όντων που αδυνατούν να προσεγγίσουν διακριτικά, μεθοδευμένα και κυρίως άνευ υστερίας το χθες, μένοντας εν τέλει επιεικώς ανίκανοι να προσεγγίσουν επαρκώς και το σήμερα.
[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΘΡΑΚΑ]

Στ’ αζήτητα (μνήμη Κώστα Καρυωτάκη)
Κρύα νύχτα.
Από ‘κείνες που σου χαρίζονται με δυσκολία.
Καιρός για λίγους. Επίλεκτους καμικάζι
που αφήνουν ακόμα κηλίδες σπέρματος ν’ απλώνουν
στα σεντόνια.
Δεν μπορώ να κρύβομαι πια, μου ‘λεγες.
Αφόρητες διαισθήσεις.
Εξασθενώ.
Μη βλέπεις άλλο, σου φώναζα.
Μην ακούς άλλο…
Μη νιώθεις άλλο…
Λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Τα κείμενά μου με καθετήρα και ορό.
Παραπληγικές φράσεις που αντέχουν στον πόνο.
Σημεία στίξης με θράσος γροθιάς.
Ερωτήματα που γράφτηκαν για να παραμείνουν αναπάντητα.
Σαν από χρόνια μαλωμένος με τις απαντήσεις.
Σκληρές διαμάχες μέσα μου.
Απολογίες που κανείς ποτέ δεν θα τις ακούσει.
Τα σκοτωμένα μέσα μου παιδιά
και το κτήνος του κόσμου που αρχίζει ν’ αγαπιέται επικίνδυνα.
Καιρός για λίγους. Χαλκέντερους
και ολίγον τι νομοταγείς.
Όχι σαν εμάς τους άθεους,
τους άρρωστους και τους αλήτες.
Κι αν ρωτήσουν
κρύβομαι να τους πεις γιατί γεννήθηκα πιο μόνος
από όλους τους μόνους.
Κι ο κόσμος να τους πεις
όπως κι οι αλήθειες, δεν επαναλαμβάνονται.
Τις ακούς τυχαία μια φορά κι έπειτα
αφήνονται στ’ αζήτητα.
Ποιος ν’ ασχοληθεί;
Υπό κανονικές συνθήκες


[ΠΗΓΗ: Ο Γιώργος Σαράτσης γεννήθηκε στην Ελασσόνα το 1986. Γράφει από τα πρώτα χρόνια της εφηβείας του. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί στον τύπο και το διαδίκτυο. Το "Θα φύγεις νύχτα: 38 στοχασμοί για την πλήξη της καθημερινότητας" είναι το πρώτο του βιβλίο. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στον τύπο και το διαδίκτυο. Διατηρεί τα ιστολόγια: http://apotypoma.blogspot.com/  & http://thefooltarot.blogspot.gr/

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις