Καλύτερα σημαδεμένοι οι έρωτες, γι’ αυτό πες μου μια λέξη να σημαδεύει τα όνειρα…

…. Ύστερα έχουμε καιρό για τη μορφολογία… (αλλά το ποίημα εμμένει και παραμένει στη γραμματολογία): Ο γέρος που φιλοσοφεί στην αγκαλιά της Ντεζιρέ δεν έχει δόντια αλλά μυαλό έχει ώστε με κόπο ελάχιστο να συντηρεί τα δένδρα του στον κήπο. Τα κόβει! βάζοντας ένα χαρτονόμισμα στη χούφτα βραχυκέφαλου βλάχου, εξαγοράζει τον καιρό. Αραιώνει το σύδενδρο, λιγοστεύουν οι μέρες. Αν μ’ αυτά δεν βγαίνει νόημα δε φταίει ο γέρος αλλά ο ποιητής που παρακμάζει σε χέρσο χωράφι μετρώντας λέξεις στην αγκαλιά της Ντεζιρέ [κτερίσματα στίχων από τη συλλογή ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΝΤΕΖΙΡΕ του Πάνου Θεοδωρίδη, ΥΨΙΛΟΝ/βιβλία 1980]

Κενές χειρονομίες SMS ανάμεσα σε μοναξιές: όπως η μέλισσα γύρω από ένα άγριο λουλούδι έτσι τριγυρίζω διαρκώς κι ερανίζομαι απ’ τη γύρη των λέξεων νέκταρ το πιο γλυκό της Ποίησης…

Το επόμενο Ποίημα θα είναι συμβολικό θα ’χει αρχή και τέλος, υπόκρουση Βάγκνερ και θα ’ναι σαν ασπρόμαυρο


Ο Ποιητής μετρώντας λέξεις στην αγκαλιά της Ντεζιρέ: θα ’ταν πάνω από κάθε έρωτα και κάθε χρονικό αν έβαζαν τους ποιητές να συναγωνίζονται πάνω στις ίδιες λέξεις στο ίδιο μέτρο μ’ ένα τετράστιχο… Γελάω που το σκέφτομαι αλλά ταυτόχρονα τα βάζω με τα βιβλία τόσο που σκοτεινιάζουν οι καλές ιδέες και μαζί αποχαιρετώ την καλή εικόνα της ποίησης… Εραστές! κεραυνοβολημένοι κρετίνοι του ήλιου, πασαλειμμένοι χάδια από το εξήντα οχτώ μέσα στο λίπος θα λιώσουμε τις διαφορές μας  

Ο Ποιητής
Πράσινος και βρωμερός, εκδικητικός κυανοπώγων
ψάχνοντας φτηνά βιβλία δεύτερο χέρι βρήκα
πάντα με το ’να μάτι στην γυαλιστερή ταμία
μια συλλογή με σουρεαλιστές αμερικάνους, ξέρεις
αυτούς που μπλέκουν μεταφυσικές και τέτοια
με λαμπερές βιομηχανικές εικόνες – τόσο που
στίλβει η λεκιασμένη μου ζωή με τόσο μέταλλο
ηλεκτρικές κιθάρες αυτοκίνητα λικέρ
ένα μεταλλείο (πάλι θα πω τη λέξη) λαμπερό

εκεί μέσα υπήρχε ένας μεγάλος ποιητής
που παιδιόθεν θαύμαζα και κατάκλεβα
παραφράζοντας στο ελληνικότερο φυσικά

κάτω απ’ τ’ όνομά του έγραφε
1926-1966

Πέρασαν ήδη τρεις μέρες και κλαίω σαν παιδί
επειδή κάποιος που νόμιζα ζωντανό είναι πεθαμένος
αισθάνομαι απόγνωση και μαρασμό και τιποτένιος
σα να μου μίλησε στο δρόμο ο Μικ Τζάγκερ ή ο Κούδας
σα ν’ ακούω το Καίσαρας και Κλεοπάτρα του Χατζιδάκι
σα να ’ρχεται η πρώτη μου αγάπη της πρώτης δημοτικού
η Ουρανία Αμπατζή κρατώντας στα χεράκια της μιαν αμάδα
και να μου λέει έλα να παίξουμε ή σαν την Αφροδίτη
μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά ντυμένη Πομάκα να σεργιανάει στους ουρανούς
ενώ η Αλεξάνδρα μέσα σε μια βάρκα
σκίζει τους δρόμους τραγουδώντας τους Σουλτάνους του Σουίγκ
και ψαλιδίζει αράχνες που της κόβουν το δρόμο

τώρα γιατί τραυλίζω για τον φρανκ Οχάρα
τη στιγμή που η γιαγιά μου η κοναΛέγκω
με τα μαύρα μαλλιά στα ενενήντα της
που μίκραινε ολοένα μέσα στις μετάνοιες
πέθανε προχθές με τα Λιτοχωρινά της κουβάρι
πεταμένο στη οδό Άρεως, στάση Ευζώνων
τη στιγμή που ο θείος Γιάννης το φθινόπωρο
σήκωσε τα μάτια του για τελευταία φορά
να δει το περιβόλι του και τη βροχή

τώρα να με λογαριάζετε με τους πεθαμένους
 [κτερίσματα στίχων από τη συλλογή ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΝΤΕΖΙΡΕ του Πάνου Θεοδωρίδη, ΥΨΙΛΟΝ/βιβλία 1980]

ανήμερα των Φώτων της Ποίησης ἑάλωσαν αἱ λέξεις πρώτων ἀριθμῶν

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις