Στους κήπους όπου έφεγγαν τα οπωροφόρα έρχεσαι κάθε βράδυ με την πικρή σου προσωπίδα, με το μαύρο σου φόρεμα

Το φιλί που μου έδωσες μάρανε τις Μέδουσες. Άφθορο, μου πρόσφερε ουρανούς στρατόσφαιρες. Όμως με γύρισαν πίσω τα σκυλιά του παραδείσου… Μικρό επιμύθιο ενός τέλειου έρωτα που κράτησε όσο έπρεπε (ούτε λεπτό περισσότερο): αν τελείωσε χωρίς τέρατα, ήταν γιατί τα σημεία του τα αξεπέραστα δεν είχαν τίποτα το ξεχωριστό. Γιατί η αγάπη τι είναι αγάπη δεν ρωτά, όταν υπάρχει, και δεν παίζει κρυφτό. Ούτε χρειάζεται βράδια αξημέρωτα. Της αρκεί μονάχα να μπορεί να φέρει τα σωστά στο σημείο το σωστό.  (Νάσος Βαγενάς, «Βιλλανέλλα» και «Σημεία και Τέρατα»  από τη συλλογή Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΒΕΒΑΙΟΥ ΕΡΑΣΤΗ όπου κάθε ποίημα συναγελάζεται μ’ ένα πίνακα ζωγραφικής του Γιώργου Κόρδη)



ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΒΕΒΑΙΟΥ ΕΡΑΣΤΗ
Γράφοντας τ’ όνομά σου σε αχνισμένα τζάμια,
περιμένοντας σε στάσεις όπου περίμενες πολύ,
είναι κάτι που δεν βλάπτει, αλλά και δεν ωφελεί.

Γαλάζιος, προαιώνιος ήχος, βαθύ μύρο,
η φωνή σου λάμπει σαν δάκρυ των αγγέλων.
Η αγάπη μου είναι αγάπη των Οθέλλων.

Εκεί που με θερμαίνει, εκεί που με ναρκώνει,
φρίττω καθώς βλέπω τον Ιάγο.
Λέω: Κράτα τους ιάμβους σου στον πάγο.

Το ποίημα είναι ένα πολύ λεπτό λουλούδι
που τρέφεται με την κατάλληλη θλίψη.
Η οργή μπορεί να το συντρίψει.

Η ΓΕΝΝΕΣΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ
Μια μέρα  θα σε βάλω σ’ ένα κοχύλι
Σ’ ένα άσπρο σύννεφο που θα το τραβούν περιστέρια
Θα σε ντύσω με κόκκινα πέπλα. Με λουλούδια.
Ο αέρας θα φυσάει απαλά.

Ή θα σε βάλω
σ’ ένα δάσος με μυρωδιές μύλων,
Σ’ ένα παράθυρο με πράσινα φύλλα
κι ένα γαλάζιο ποτάμι στο βάθος.
(Από πάνω θα πετούν έρωτες)

Ο Μποτιτσέλι αισθανόταν μια παρόμοια ανάγκη
όταν έβαζε τη γυναίκα του να ποζάρει.
Τη στιγμή που όλα είχαν τελειώσει.
Λίγο πριν από το χωρισμό.

ΤΟ ΜΗΛΟ ΕΛΑΜΠΕ
Το μήλο έλαμπε. Το πρόσωπο της Εύας
κάθε άλλο ήταν παρά σκεφτικό.
Βύθισε τους κοπτήρες δίχως σέβας
στον καρπό, που την έθελγε και οπτικώς,
φτύνοντας τα κουκούτσια που περισσεύαν.

Καρδιοχτυπώντας έσκυψε και τα πήρε
με μουδιασμένα δάχτυλα ο Αδάμ,
ενώ ξαφνικά σταμάτησαν οι λύρες,
ο ουράνιος κήπος έπαψε να ευωδά
και με πάταγο άνοιξαν οι θύρες.

Το φίδι χαμογελώντας χωρίς να μιλάει,
κατέγραφε τις κινήσεις του καθενός
ασάλευτο, κουλουριασμένο πλάι
στο δένδρο, καθώς κατέκλυζαν τα χάη
τα αφρισμένα κύματα του μηδενός.

Στην Ποίηση του Βαγενά και στη ζωγραφική του Κόρδη περιδιαβάζουν αγλαές σκιές ζώντων τε και τεθνεώτων –κυρίως αυτών- αποδεικνύοντας έμπρακτα πόσο συμβατικό πράγμα είναι ο χρόνος και πόσο ισχυρή είναι η δημοκρατία των νεκρών πέναντι στο ευτελές, ολιγόζωο πολίτευμα των, προς στιγμήν, επιζώντων. Και πως η τέχνη τελικά γίνεται από τους νεκρούς για τους νεκρούς. Άρα, ένα βιβλίο σαν την ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΒΕΒΑΙΟΥ ΕΡΑΣΤΗ, όπου η εικόνα θεραπεύει αγαπητικά το λόγο εμπνεόμενη από αυτόν και που ο λόγος αποκτά σάρκα εικαστική και τίθεται σε διαδικασία μαθητείας προς το ζωγραφισμένο γεγονός, δεν μπορεί παρά να είναι ανακουφιστικά ευπρόσδεκτο- - για την αντιγραφή και επικόλληση: Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις