Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Ωραία που φύσηξε ο μπάτης και… το ποτάμι πήρε το μυστικό της έμπνευσης!


Τον παλιό καλό καιρό, όταν οι άνθρωποι είχαν ένα μυστικό το έριχναν στην πιο βαθιά κουφάλα του γέρικου πλάτανου στην πλατεία του χωριού κι ύστερα έκλειναν την τρύπα με κυκλώπειο βράχο…

Ἑάλωσαν  στίχοι πρώτων αριθμών παρά θῖν’ ἁλός
Ο κόσμος των ονείρων μου έχει στην ποδιά του φεγγαροκέντυτες ελπίδες που τραγουδούν την Άνοιξη με ακροστιχίδες. Αλλά πώς να ζωγραφίσω τον κόσμο των ονείρων μου, πώς να δείξω εκείνα τα φτερά της αετούσας, πώς να περιγράψω Θεέ μου μιαν αλικόπλαστη μορφή, πώς δείχνεις άραγε με λέξεις μιαν όμορφη στιγμή, πώς να γράψεις για μιαν ηλιόχαρη αυγή; Τι χρώμα άραγε να βάλω στον Αγιόηχο γιασεμομύριστο φιλί πώς να το ζωγραφίσω;
[ΠΗΓΗ: Κυτούδης Κυριάκος]

Σήμερα όλα τα μυστικά (και οι πιο μύχιες σκέψεις) αναρτούνται στο διαδίκτυο και τα βρίσκει ο κάθε πικραμένος όποια πέτρα του facebook κι αν σηκώσει… O tempora o mores

1, 2, 3, 5, 7, 11, 17, 19, 23, 29,  31
το ταξίδι δεν σε γέλασε: έτσι σοφός που έγινες με τόση πείρα σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος… και προπαντός με κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων αποχαιρέτα την έμπνευση που χάνεις…

Μην αφήνετε το άγιο μήκος των ονείρων δεμένο στην ειμαρμένη απωθημένων ουρανών


Από πού φέρνει τα παιδιά ο Πελαργός (με αναφορές στα παραμύθια των αδελφών Γκριμ)

Ἑάλωσαν  στίχοι πρώτων αριθμών παρά θῖν’ ἁλός

Το αρχέτυπο κάθε ανθρώπου υπάρχει μέσα σ’ ένα παραμύθι φτάνει να ψάξουμε αρκετά για να το βρούμε. Μια καλλονή ρωτάει τον καθρέφτη αν είναι η ωραιότερη απ’ όλες, σαν τη Βασίλισσα στη «Χιονάτη». Εκείνη που δυσανασχετεί και είναι δύστροπη μέχρι και στο θάνατο, έχει για πρότυπο τη γίδα που μηρυκάζει το στίχο: «πολύ έφαγα, δεν μπορώ να φάω ούτε φυλλαράκι, μέεε, μέεε». Ένας άνθρωπος που τον έχουν φάει οι έγνοιες μα που δεν είναι πικραμένος, μοιάζει με την καλή γριούλα που μάζευε ξύλα, συνάντησε το Θεό χωρίς να τον αναγνωρίσει και πήρε την ευλογία του κι αυτή κι όλοι οι δικοί της, γιατί τον βοήθησε. Ένας άλλος βγήκε στον κόσμο να δοκιμάσει την τύχη του, νίκησε πολλούς γίγαντες, αλλά έμελλε να πεθάνει στη Νέα Υόρκη. Μια κοπέλα αντιμετωπίζει με θέρρος την αγριότητα της πόλης όπως η Κοκκινοσκουφίτσα που ήθελε να φέρει στη γιαγιά της ένα κομμάτι γλυκό και μια μπουκάλα κρασί, ενώ μια άλλη γδύνεται για να κάνει έρωτα με την ίδια παιδιάστικη έλλειψη σεμνότητας που έδειξε η κοπέλα με τ’ ασημένια νομίσματα που έμοιαζαν με άστρα. Ο έξυπνος άνθρωπος ανακαλύπτει ότι έχει ένα ισχυρό πνεύμα ζώου, δεν του αρέσει η ιδέα να έχει κακό τέλος μαζί με τους φίλους του, σχηματίζει την ομάδα των μουσικών της Βρέμης, τους οδηγεί στη σπηλιά των ληστών, ξεγελά τους κακοποιούς, αλλά ύστερα θέλει να γυρίσει στο σπίτι του. Με μάτια γεμάτα λαχτάρα ο Πρίγκιπας Βάτραχος, ένας αδιόρθωτος σνομπ, κοιτάζει ικετευτικά την Πριγκίπισσα και δεν μπορεί να διώξει την ελπίδα ότι θα τον απαλλάξει απ’ τα μάγια.
[ΠΗΓΗ: Τέοντορ Αντόρνο, Minima Moralia, μετάφραση Βασίλης Τομανάς - Εκδοτική Ομάδα –Θεσσαλονίκη 1984]

1, 2, 3, 5, 7, 11, 17, 19, 23, 29, 31
το ταξίδι δεν σε γέλασε: έτσι σοφός που έγινες με τόση πείρα σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος… και προπαντός με κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων αποχαιρέτα την έμπνευση που χάνεις…

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Ἑάλωσαν οἱ λέξεις: «Άνεμος» «Ονείρων», «Ταξίδι», «της Ζωής»


Έχω κι εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς, μα δε σκοτώνω τ’ άστρα (Κική Δημουλά)


Αν το «πιο ενδιαφέρον πράγμα στον κόσμο είναι η στιγμή που βρίσκεις μισάνοιχτη την πόρτα άγραφων στίχων»,  τότε ποιος δεν θα ήθελε να μπορεί να είναι Ποιητής που ταξιδεύει στον πολύτροπο κόσμο κι ας φυσάει ο μπάτης που σβήνει τη γραφή της επιθυμίας για το ταξίδι της έμπνευσης; Φόρεσε, λοιπόν, τα φτερά που έχουν τα χρώματά της και πέτα όπου αγαπάς, ή όπως λεν οι Ποιητές «στην αρχή του Πάντα, που από τη ρίζα του αρδεύουμε τη γύρη της καλοκαιριάς κι από τον πόθο αποστηθίζουμε άνεμο Ονείρων…» Κάθε ψυχή που ταξιδεύει ζει»! 
 το ταξίδι δεν σε γέλασε: έτσι σοφός που έγινες με τόση πείρα σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος… και προπαντός με κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων

Φαύλος Κύκλος ο Άνεμος της Ζωής: «Ν’ αντέξεις είναι το ζητούμενο, όχι να καταλάβεις»! (Κική Δημουλά)

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Ταξίδια που αρχίζουν και τελειώνουν πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί.


Ταξίδια που αρχίζουν και τελειώνουν πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί.

Ήταν φορές που τα ταξίδια δεν τέλειωναν ποτέ.
Που σήκωναν άγκυρα από τον ακρινό Νότο,
κι αφού κατάφερναν να ξεπεράσουν την άσωστη άπλα του Ωκεανού,
βάζανε ρότα για το κανάλι του Σουέζ
και κράταγαν μερόνυχτα ίσα γραμμή
ώσπου να πέρναγαν την Ερυθρά,
που χοχλάκιζε απ' την κάψα η ανάσα σου.
Σε τέτοια πολυήμερα, ατέλειωτα, άχαρα ταξίδια,
κάτι ένιωθες να φουσκώνει μέσα σου,
να σε βαραίνει, να γίνεται πέτρα
και να πνίγει την πνοή σου. [Χρήστος Λεβάντας -Νέα Εστία, τχ.1148]


Απ' όλες τις αναχωρήσεις μου η πιο ανυπόμονη
αυτή που μ' αναστάτωνε, ήταν σαν πήγαινα
να συναντήσω τη γυναίκα που αγαπούσα.
Ο χρόνος μού φαινόταν όσο ποτέ αργός
όμως τον γέμιζα με προγεύσεις ευτυχίας
χωρίς να προσέχω τους χώρους, τα τοπία
χωρίς να παρατηρώ τους άλλους ταξιδιώτες.
Την άφιξή μου έτρεχα ν' αναγγείλω
απ' τα δημόσια τηλέφωνα, δεν είχε τότε κινητά
η υποδοχή μου, πρέπει να πω, δεν ήταν πάντα
όπως την περίμενα, μα ό,τι κι αν γινόταν
το ταξίδι έμενε στη μνήμη μου ανεξίτηλο
οι χώροι, τα τοπία εμφανίζονταν ξανά
ακόμα κι οι άγνωστοι συνταξιδιώτες.
Αργότερα το σκέφτηκα πως μπορεί κι εκείνοι
να μη βρήκαν φθάνοντας ό,τι προσδοκούσαν.


[Τίτος Πατρίκιος -Εντευκτήριο, τχ.94]


Νάσαι, παντοδύναμε, στα πέλαγα!
Μα μην ελπίζεις πως θα βρεθεί άλλο άρμενο μπροστά σου
μήτε βουερό παγόβουνο, φικάδα ή κήτος
μήτε άγριο μεγάλο κύμα στα πλευρά σου.

Όσο κι αν εσύ απλώνεις τον νου σου ξαναμμένο
τρεις λεύγες πέρα απ' το καράβι, κι ακόμη πιο μακριά,
με τις σανίδες να σκιρτούν στη μανική περπατησιά σου,
μονότονη τρέχει στο κατόπι σου μια αυλακιά.

Κι είναι όσο απλόχωρο το θέλεις τούτο το σκαρί,
απ' την καρίνα ως το κατάρτι ούτε ψυχή
μ' ένα πηδάλιο δύσκολο στο κράτημά του,
οι χάρτες λευκοί, σκυθρωπό το πλήρωμα του,

χωρίς φορτίο, μ' έναν μόνο προορισμό:
να οδηγήσει της μοίρας σου την άθλια τροπή
σ' έναν δίχως στεριές ωκεανό
σε μιαν άμορφη γαλάζια απλωσιά χωρίς ζωή.


[Robert Graves *μτφ: Σάκης Σερέφας
-Σε ξένη γλώσσα η λύπη μας-
[Αγγλόφωνα ποιήματα για τον Καβάφη]


Μασαλάχ… οι αναρτήσεις από το SMS σιεστα ονείρων συνεχίζονται στο ιστολόγιο

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Όταν η πραγματική Ποίηση διασταυρώνεται με την επικαιρότητα


Στις δύσκολες ώρες παραμένει διαθέσιμος ο κρυφός λόγος της Ποίησης, ο οποίος αναλαμβάνει το ρόλο της χειραψίας. Την προσφέρουν καλύτερα ποιητές που βρίσκονται στην άλλη όχθη και κοντεύουν να ξεχαστούν.

Ας πούμε ο Λόρκα, που τον θυμήθηκε πρόσφατα ο Γιάννης Σουλιώτης, μεταφράζοντας με μεράκι αρχαιόφιλα και ερωτόφιλα ποιήματά του στον τόμο Ο Θάνατος του Πηγάσου (εκδόσεις Αρμός). Από όπου ο επόμενος, πεζόμορφος, «Σωκράτης», με τη μάσκα του σειληνού που του φόρεσε ο Αλκιβιάδης στο πλατωνικό Συμπόσιο, μοιρασμένος στα δυο. Πρώτο μισό:

«Ο φιλόσοφος έφτασε στον κύκλο των μαθητών. Στο κέντρο ήταν, κλειστό και φρέσκο από τη δροσιά των ματιών των νέων, ένα μεγάλο κρεμμύδι ιδεών. Όλοι τρόχιζαν τις γλώσσες τους και μάλωναν ποιος να το πρωτοξεφλουδίσει. Ένα αργό φεγγάρι χανόταν ανάμεσα στις φυλλωσιές.
Το κρεμμύδι άρχισε να γυρίζει. Οι φλούδες του, χρώμα χρυσού, χρώμα αμέθυστου, λαμποκοπούσαν τη στιγμή που τις τραβούσαν. Ο Σωκράτης γελούσε αινιγματικά. Οι μαθητές γελούσαν τυλιγμένοι στο κρεμεζί της πίστης: το κρεμμύδι γέμισε χρυσά και μαύρα αστέρια σαν ουρανός ναού και όλοι έλεγαν "Εδώ είναι!". Μετά ο ιδανικός καρπός μίκρυνε μέχρι που εξαφανίστηκε σε πολύ λεπτές αόρατες γάζες, και όλοι έφυγαν. // Μακριά ο Λυσίας χασμουριόταν επάνω σε μια πυραμίδα ανέμου».

Δεύτερο μισό:
«Ο φιλόσοφος έφυγε από τον κύκλο των μαθητών του. Το βράδυ σήκωσε τη μεταξωτή του σκηνή κι όλος ο ουρανός φαινόταν σκεπασμένος από μια πολύ λεπτή φλούδα κρεμμυδιού. Ο Σωκράτης είδε μια πυγολαμπίδα, ο Σωκράτης άκουσε ένα βατράχι, ο Σωκράτης είδε μια τεράστια πεταλούδα προς το Νότο, κι ένα μικρό κόκκινο φίδι τού φώτισε όλο το στήθος, σαν αίμα από τσεκούρι, σαν μια αντανάκλαση φλόγας. Υστερα χάθηκε στη λεωφόρο των ανέμων».

Αυτά ο Λόρκα. Στην άλλη άκρη του κάτω κόσμου αντιφωνεί ένας άλλος, ισότιμος ποιητής. Δικός μας αυτός, κι ας ξεχάστηκαν πέρσι τα τριάντα χρόνια του θανάτου του, μέσα στα άλλα φανταχτερά πανηγύρια. Πεισματωμένη με τον τρόπο της και γυμνή ακούγεται η δική του φωνή, στιχουργημένη και μοιρασμένη σε τέσσερις στροφές ενός «Νυχτερινού Μονολόγου», όπως τον φαντάστηκε (μεταξύ 1977 και 1980) ο μοναχικός Τάκης Σινόπουλος. Αντιγράφω επακριβώς:

«Γι' αυτό λοιπόν ξαφνικά οι πορείες
κι η βοή των λαών που σηκώνονται.
Ίσως είναι το ακοίμητο μάτι της μνήμης.
Ίσως είναι το αυτί στις πέτρες που ακούει.
Όταν άξαφνα αδειάζουν ως τα πέρατα οι δρόμοι.
Όταν η φωνή στον Αισχύλο.
Και φυσάει ο αέρας -σκοτεινές ιστορίες.

Τόσα χρόνια τι γαυγίζει το ορφανό σκυλί
στη διχάλα του δρόμου;
Τα σημάδια στο κορμί κι η παράλογη σκέψη
την ακούς στο μυαλό.
Φαγωμένες οι λέξεις, ένα σύνθημα, ένα.
Πόσα παίρνει το μήνα ο χαφιές;
Πόσα παίρνεις εσύ;
Το 'να χέρι στην Αλβανία.
Το 'να πόδι στην Κατοχή.
Και τα λόγια που ξέρουν μονάχα το ψέμα.
Το μυαλό μπουκωμένο.
Το ψωμί το πικρό και πιο πέρα τανάλια η Ευρώπη
σκοτεινές ιστορίες.

Μη μου πεις γιατί μας εκάρφωσες τότε.
Είχε γίνει το μούτρο σου ο παλιός
ξεφτισμένος τοίχος που κατουράνε οι συνταξιούχοι
σκουπίδια και πέτρες.
Οι δικαστές ανεβαίνουν τη σκάλα
Και το ξέρεις όπως το ξέρω
το σκυλί που αλυχτάει στον έρημο τόπο
ό,τι κι αν πεις δεν είναι απόκριση
το 'να σχέδιο ξεσηκώνει το άλλο
ο ένας τύραννος
ετοιμάζει τον άλλο
σου πετάνε ένα κόκαλο - σκοτεινές ιστορίες.
Ποιος είσαι εσύ που περπατάς το δισάκι στον ώμο
παραμιλώντας. Χρόνο το χρόνο
σου σακατέψανε τη γενιά
προσκυνημένοι εμπόροι, χωροφύλακες.
Το μούτρο σου μια ζαρωμένη εφημερίδα
Κι εκείνο το νησί που αγάπησες
όλο το Αιγαίο μια σκάφη με σκατά.
Ό,τι κι αν πεις δεν είναι απόκριση
κι απ' τον Αισχύλο ως τον Σεφέρη να φυσάει ο αέρας
η λευτεριά που πάλεψες - σκοτεινές ιστορίες».

Η απόκριση κρέμεται δυο σελίδες πιο κάτω, τώρα πεζόμορφη, με το ποίημα «Ταξίδι». Μ' αυτό ας τελειώσει η δύσκολη μέρα:

«Στα σπλάχνα μου υπάρχει τώρα ένας μύλος, αλέθει το σκοτάδι της ηλικίας μου και δε σου λέω για τις φωνές που περπατάνε στο μυαλό, μήτε για κείνο το ποτάμι που περάσαμε προχτές και τα νερά του πλημμυρίζοντας από παντού τη μνήμη - εσύ,
κοιμόσουν και κυλήσανε χιλιάδες χρόνια που σε κράταγα κι ήμουν φτωχός και παγωμένος και κουράστηκε, ξεράθηκε το χέρι μου
ή ξαφνικά ένα τίναγμα στο κατακάθι της ψυχής  
τι γύρευα, τι κράταγα από σένα;».

Όταν η πραγματική ποίηση διασταυρώνεται με την επικαιρότητα, τη βλέπει αλλιώς, σε άλλο βάθος

[ΠΗΓΗ: Απολίτιστα μονοτονικά του Δ.Ν. Μαρωνίτη, στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 6ης Μαΐου 2012]

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ –(α)συνέχεια στο ΠΑΡΑΡΛΑΜΑ, εις το πάτον της εικόνας των λέξεων


ΤΟ ΠΙΟΤΟ και το ΠΟΤΗΡΙ: έρωτας ή ΓΥΝΑΙΚΑ, τέχνη ή ΠΟΙΗΜΑ;
Ένα συμβολικό ποίημα του Κωστή Παλαμά για το πρόβλημα της μορφής και του περιεχομένου της τέχνης.
Το ποίημα είναι από τη συλλογή ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΙΡΑ και θεωρείται σαν ένα από τα καλύτερα λυρικά ποιήματα του Παλαμά.
Σ’ αυτό ο ποιητής συζητάει με τον εαυτό του το πρόβλημα του έρωτα και γενικότερα το πρόβλημα της μορφής και του περιεχομένου στη ζωή και την τέχνη.
Είναι συμβολικό ποίημα:
με το πιοτό συμβολίζεται η απόλαυση του έρωτα, η ουσία και το περιεχόμενο της τέχνης,
ενώ με το ποτήρι συμβολίζεται η γυναίκα καθώς και η μορφή της τέχνης.

Στην υγειά σας βρε παιδιά….
Παίρνουμε στα χέρια ένα ποτήρι (με ή χωρίς συμβολικό χαρακτήρα) και απολαμβάνουμε το πιοτό της ΠΟΙΗΣΗΣ



Αργός ήρθα στρατοκόπος, βράδυ, εδώ
στων πιοτών και στων ανθών το πανηγύρι
ήρθα το γλυκό κρασί να πιω
στο μαλαματένιο το ποτήρι

... δόξα στο ποτήρι που είν’ ο θησαυρός
δόξα στο χρυσάφι που έγινε ομορφιά
κι είναι απάνω απ’ τ’ άνθια κι από τα πιοτά……………
Νάξερα τι ξεχωριστά και τι βαθύτερα αγαπώ!
Α! το πιοτό και το πιοτό και το πιοτό!
δος μου κι όπου και όπως,
ο διψασμένος είναι στρατοκόπος.
Και μες στο ευκολοσύντριφτο κι αστόλιστο φτηνό γυαλί
και στο χοντροπελεκητό χωριάτικο κροντήρι,
κέρνα με κέρνα με σ’ όποιο ποτήρι!
Το πιοτό θέλω το μοιρόγραφτο χωρίς
τον κεραστή. Το χάρισμα κι ας λείπει ο χαριστής
Θέλω τα ρόδα του Απριλιού να μυριστώ,
δε συλλογιέμαι τον Απρίλη..……………………………
Α! το ποτήρι, το ποτήρι, το ποτήρι!
Αυτού ο καημός κι αυτού ο δαρμός μιαν ώρα αρχύτερα στη γης
τη μαύρη θα με γείρει...
... άδειο ή γεμάτο δος μου το να το σφιχτοκρατώ,
κι όποιο κι ας είναι. Το νερό απ’ το ρυάκι,
κι ας είναι της ταβέρνας το κρασί
κι αφιόνι ας είναι και φαρμάκι
Δος μου το εσύ, δος μου το εσύ.
Τάχα για ποιο ξεχωριστά, πιο δυνατά καρδιοχτυπώ
κι από τους δυο σκληρότερα καημούς ποιος θα με δείρει;
Το που με καίει και με χτυπάει και με μεθάει πιοτό;
ή τ’ ολόχρυσο κι ολάκριβο το μέγα το ποτήρι
που με κεράσαν κι ήπια το πιοτό;
Ποιος ξέρει τι ξεχωριστά και τι βαθύτερα αγαπώ!

Μασαλάχ… οι αναρτήσεις από το SMS σιεστα ονείρων συνεχίζονται στο ιστολόγιο

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Σαν μας διαφεύγει η (συν) ουσία των πραγμάτων


SMS έργο, λέξεις νόημα: η πιο επαναστατική πράξη σήμερα είναι να δώσουμε ένα καινούργιο νόημα στον κόσμο, ξέροντας ότι δεν έχει νόημα (Larry Cool)

[Πολύτροπη σιωπή 69 λέξεων για ΤΑ ΑΣΑΦΗ ΟΡΙΑ των Ονείρων: καμιά φορά η ζωή στενεύει τόσο, που δεν σε χωρά κι απλώνεσαι στα όνειρα, όπως κι αυτά έχουν πληθύνει τόσο που ξεχειλίζουν και περνάν μες τη ζωή σου- Αγγελική Σιδερά]

Εις τον πάτο της εικόνας λέξεων SMS: 



ΛΕΖΑΝΤΑ: Όλα μου τα ποιήματα επιστρέφουν στο μελανοδοχείο, γίνομαι παιδί, βρέφος και, περνώντας από τη μήτρα, σκορπίζομαι στο διάστημα 
α-στερητικό μήνυμα με 69 λέξεις
Κάθομαι σ’ ένα παραλιακό καφενείο περιμένοντας το Θάνατο. Μια ωραία γυναίκα προβάλλει από τα κύματα κρατώντας μια κλεψύδρα: «Ο χρόνος σου τελείωσε», αναγγέλλει. «Μητέρα εσύ;» ψιθυρίζω έκπληκτος! «Πες μου τουλάχιστον, πριν γεννηθώ τι ήμουν;» Τότε γυρίζει την κλεψύδρα ανάποδα. Ο χρόνος αντιστρέφεται. Όλα μου τα ποιήματα επιστρέφουν στο μελανοδοχείο. Γίνομαι παιδί, βρέφος και βουούπ!, περνώντας από τη μήτρα σκορπίζομαι στο διάστημα.

(από το προσωπικό ιστολόγιο του ποιητή LARRY COOL «Άγγελοι Καρφώνονται)

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Ώσπου τέλος ένιωσα πως από ένα τίποτα γίνεται ο Παράδεισος


SMS έτσι όπως τραβάς μια βάρκα στη στεριά τον άνθρωπο από μέρος που να βλέπεις μέσα του: μα την πίστη μου άγιασα να περιμένω

[Πολύτροπη σιωπή 69 λέξεων για ΤΑ ΑΣΑΦΗ ΟΡΙΑ των Ονείρων: καμιά φορά η ζωή στενεύει τόσο, που δεν σε χωρά κι απλώνεσαι στα όνειρα, όπως κι αυτά έχουν πληθύνει τόσο που ξεχειλίζουν και περνάν μες τη ζωή σου- Αγγελική Σιδερά]

Εις τον πάτο της εικόνας λέξεων SMS: 



ΛΕΖΑΝΤΑ: καθισμένη στα ρηχά μια γυναίκα πέτρινη κει που χτενίζονταν απόμεινε με το χέρι της ψηλά στον αέρα 
α-στερητικό μήνυμα με 69 λέξεις
Και παντού στις βρύσες και τα δενδρολίβανα εκμυστηρευμένο ένα πάτερ ημών που ανέβαινε πριχού σπάσει σε δρόσο: Πάτερ ημών ο εν τοις Ουρανοίς εγώ που αγάπησα, εγώ που τήρησα το κορίτσι μου σαν όρκο που ’φτασα να πιάνω τον ήλιο απ’ τα φτερά σαν πεταλούδα, Πάτερ ημών μ’ ένα τίποτα έζησα. Μονάχα οι λέξεις δεν μου αρκούσανε… Κάτι δαιμονικό μα που να πιάνεται σαν σε δίχτυ στο σχήμα του Αρχαγγέλου.  Παρακαλούσα κι έτρεχα, έφτασα κι αποτύπωνα τα κύματα στην ακοή απ’ τη γλώσσα… Ώσπου τέλος ένιωσα κι ας πα να με πουν τρελό πως από ένα τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.
 (λέξεις μαγείας από το ΦΩΤΟΔΕΝΔΡΟ και η 14η ΟΜΟΡΦΙΑ του Οδυσσέα Ελύτη)

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Ποίηση, ο Πόσιμος Χρυσός (κατά τον P.B. Shelley)


SMS όπου υπάρχει ποίηση: όπου υπάρχει Ποίηση, εκεί και ο Θεός. Την ομορφιά εστιάζει.

 [Πολύτροπη σιωπή 69 λέξεων για ΤΑ ΑΣΑΦΗ ΟΡΙΑ των Ονείρων: καμιά φορά η ζωή στενεύει τόσο, που δεν σε χωρά κι απλώνεσαι στα όνειρα, όπως κι αυτά έχουν πληθύνει τόσο που ξεχειλίζουν και περνάν μες τη ζωή σου- Αγγελική Σιδερά]

Εις τον πάτο της εικόνας λέξεων SMS: 


ΛΕΖΑΝΤΑ: γιατί επιτυγχάνει να συμβούν η αγαλλίαση και ο τρόμος, η θλίψη και η ηδονή, η αδιάκοπη μεταβολή και η αιωνιότητα 
α-στερητικό μήνυμα με 69 λέξεις
Η Ποίηση αφαιρεί από τα πράγματα το πέπλο της συνήθειας, καθιστά ορατή την αθέατη όψη του κόσμου.
Χάρη στην επικράτειά της συνενώνονται όλα τα ασυμβίβαστα.
Καθετί που μέσα στο φως της κινείται, ενσαρκώνει το πνεύμα που η ίδια εμπνέει.
Μ’ ένα είδος αλχημείας, μετατρέπει σε πόσιμο χρυσό τα δηλητηριώδη νερά που ρέουν από το θάνατο στη ζωή.
Γιατί σκοπός της είναι η κρυμμένη ομορφιά,
μ’ άλλα λόγια η απώτερη ουσία του κόσμου.
Τα πάντα υπάρχουν έτσι όπως συλλαμβάνονται
ή τουλάχιστον σε σχέση με όποιον τα προσλαμβάνει.
Ο νους βρίσκεται μέσα σ’ ένα δικό του χώρο.
Μπορεί να φτιάξει έναν Παράδεισο από κόλαση ή μια κόλαση από Παράδεισο.
Η Ποίηση μας απαλλάσσει από το να είμαστε δέσμιοι τυχαίων γεγονότων.
Δημιουργεί μιαν άλλη ύπαρξη μέσα στην ύπαρξή μας.
Μας αναγκάζει να αισθανόμαστε αυτό που με το λογικό μας γνωρίζουμε, και να φανταζόμαστε αλλιώς αυτό που η γνώση μας έχει αποστηθίσει,
 που σημαίνει δημιουργεί απ’ αρχής τον κόσμο.
 (λέξεις μαγείας από το 2χ7ε του Οδυσσέα Ελύτη)

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

(αν)Ημερα Πινόκιο


Εφήμερη ανάρτηση πρωταπριλιάς
Μνημόνιο προεκλογικού αγώνα μιας Κυριακής
έτσι ώστε η ξύλινη ρητορεία τους
να συναγελάζεται με το συμβολισμό της ημέρας
και το δικό μας (ψευδο)δίλημμα
για το κοντράστ του μαυρίσματός τους
να δένει με το λυρισμό της κλασικής ευχής
για την επί ασπαλάθων αιώνια τιμωρία άδικων τυράννων. 

[ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ στις Ιστορίες Λέξεων με αρχή μέση και ΓΑΜΑ Λυκείου - ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΕΩΣ: ας κυκλοφορήσει σε όλες τις επαφές σας μέρα που είναι…]

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Λέξεις της διπλανής έμπνευσης ή έκσταση της διπλανής λέξης


SMS αναπάντητη κλήση: και τώρα τι θα γένουμε δίχως μελαχρινά τοπία; Η διάθεση αυτή, συννεφιασμένης Κυριακής, ήταν μια κάποια λύση…

 [Πολύτροπη σιωπή 69 λέξεων για ΤΑ ΑΣΑΦΗ ΟΡΙΑ των Ονείρων: καμιά φορά η ζωή στενεύει τόσο, που δεν σε χωρά κι απλώνεσαι στα όνειρα, όπως κι αυτά έχουν πληθύνει τόσο που ξεχειλίζουν και περνάν μες τη ζωή σου- Αγγελική Σιδερά]

Εις τον πάτο της εικόνας λέξεων SMS: 


ΛΕΖΑΝΤΑ: Όταν η νύχτα ταξιδεύει στα ύφαλα του Ονείρου κι απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο να πιάσει ρίζα αυτός ο στίχος 
α-στερητικό μήνυμα με 69 λέξεις
Είδα ξανά στον ύπνο μου εψές πως, όντας ποιητής, έψαχνα να βρω μελαχρινό τοπίο όπου άδοξοι ποιητές είχαν κρυμμένους κάτι ατόφιους στίχους… Κι όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες στιγμές, σαν ήμουνα πολύ κοντά στο όνειρό, ξύπνημα ξαφνικά κι ήταν πάλι Κυριακή συννεφιασμένη και ήταν ξανά μια ασάλευτη εύθραυστη βροχή της άνοιξης…

(μετά από τρία τέρμινα…)
Ξεροσταλιάζει στην αυγή
μούσα συννεφιασμένης Κυραικής
κι ο δίχως στίχους ποιητής
Φαίδων Ενεός
στο μαρμαρωμένο παραμύθι
έννεπε!

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

ΕΠΙΚΕΦΑΛΙΔΕΣ λέξεις ανάμεσα νύχτας κι ΑΥΓΗΣ


SMS ποίημα αειφόρο: που κάθε τρεις και λίγο αλλάζει το ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ στιχοπουκάμισό του κι ονειρεύεται φωνήεντα

 [Πολύτροπη σιωπή 69 λέξεων για ΤΑ ΑΣΑΦΗ ΟΡΙΑ των Ονείρων: καμιά φορά η ζωή στενεύει τόσο, που δεν σε χωρά κι απλώνεσαι στα όνειρα, όπως κι αυτά έχουν πληθύνει τόσο που ξεχειλίζουν και περνάν μες τη ζωή σου- Αγγελική Σιδερά]

Εις τον πάτο της εικόνας λέξεων SMS: 


ΛΕΖΑΝΤΑ: Ακόμα κι αν πεις «πέτρα» που είναι άσπαστη λέξη, αμήν ένας ψίθυρος απ’ τις γύρω κορφές εκβάλλει στο παράθυρό σου… Δε λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη…

α-στερητικό μήνυμα με 69 λέξεις
Τράβα, λοιπόν, μια λέξη, μικρή πράσινη λέξη, απ’ την ευθυμία μιας στιγμής, όπως την περιγράφουν οι κάμποι κι όλα τα είδη της γης που επιθυμούν ν’ ανθίσουν.
Μα πιο πολύ η λέξη «φεγγάρι» πρασινίζει από ερωτευμένα όνειρα καθώς στη χάρτινη ήβη της μένει πάντα κάποια γύρις λέξεων για την επικονίαση μαγικού ρεαλισμού.
Ας πούμε πως υπάρχει η λέξη, που θα επινοούμε αεί με έκλαμψη γυρεύοντας πρόσχημα απ’ Όνειρα για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν «Ωραία Ελένη»
Ας υπάρχει, έστω, γοητεία λέξεων
για την αποκλεισμένη επιθυμία σαν ζωγραφιά στην Άνοιξη της Ποίησης Ευσεβών Πόθων.

(κι άλλα φωνήεντα από το καλό ριζικό των λέξεων για την εφηβεία ΧΛΟΗΣ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ τελευταίου σώματος στο λίγο ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ Ποίησης εκεί σε e-δρόμους με τίτλο, όνομα και χάρη, στίχων Κικής Δημουλά: «Ανάμεσα νύχτας κι αυγής παράπεσαν ΕΠΙΚΕΦΑΛΙΔΕΣ ΛΕΞΕΙΣ που ονειρεύονται φωνήεντα) για την αντιγραφή: Δεσμώτης στον Ίλιγγο της Σκιας 1000 Λέξεων= Μια Εικόνα Ποιήματος